Σαν Σήμερα

20 Μαΐου

325 -  Έναρξη των εργασιών της Α’ Οικουμενικής Συνόδου στην Νίκαια.

1067 - Πεθαίνει ο Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Ι’ Δούκας. Στον θρόνο ανέρχεται η σύζυγός του Ευδοκία η Μακρεμβολίτισσα, ως επίτροπος του ανήλικου γιου της Μιχαήλ Ζ’ Δούκα Παραπινάκιου.

1821 - Ο πρόκριτος Χρήστος Καψάλης, ο προύχοντας Αθανάσιος Ραζηκότσικας και ο Αναστάσιος Παπαλουκάς υψώνουν την Ελληνική Σημαία στο τουρκικό διοικητήριο του Μεσολογγίου και κηρύσσουν την Επανάσταση.

1825 -  Ο Ιμπραήμ Πασάς, με 3.000 άνδρες, επιτίθεται εναντίον του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι της Μεσσηνίας. Κατά την μάχη έπεσε ηρωικά μαχόμενος ο Παπαφλέσσας. Οι απώλειες του εχθρού ήταν βαρύτατες.

1828 - Ο φιλέλλην Άγγλος Πλοίαρχος Άστιγξ, ο οποίος συνεισέφερε πάρα πολλά για την απελεύθερωση των Ελλήνων, πεθαίνει συνεπεία τραύματος στο λοιμοκαθαρτήριο της Ζακύνθου.

1833 - Συνίσταται η Χωροφυλακή για την εμπέδωση της τάξεως και της ασφαλείας στο εσωτερικό της χώρας.

1834 - Σύσταση του "Αριστείου Αγωνιστών" με σκοπό την αναγνώριση και βράβευση των υπηρεσιών όσων αγωνίστηκαν κατά την Επανάσταση.

1920 - Ολοκληρώνεται η απελευθέρωση της Δυτικής Θράκης από τον Ελληνικό Στρατό.

1941 - Αρχίζει η Μάχη της Κρήτης. Η αντίσταση των συμμαχικών στρατευμάτων της Μεγαλονήσου και του άμαχου πληθυσμού της κατέπληξε τον κόσμο ολόκληρο.

1944 - Αποφασίζεται η συγκρότηση Κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητας.

 

Η ΑΜΥΝΤΙΚΗ ΘΩΡΑΚΙΣΗ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΤΟ 1964 ΜΕ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΦΡΟΥΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΦΙΞΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ. Η ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ ΜΕ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΛΙΝΤΟΝ ΤΖΟΝΣΟΝ

Γιάννη Κ. Λάμπρου,
Φιλολόγου - Ιστορικού, Συγγραφέα

Άρθρο από το εξαμηνιαίο περιοδικό "Εθνική Φρουρά & Ιστορία"
Ιανουάριος - Ιούνιος 2016, Τεύχος 37°

 Αποστολή της ειρηνευτικής δύναμης, την οποία το Συμβούλιο Ασφαλείας αποφάσισε να στείλει στην Κύπρο με το ψήφισμα της 4ης Μαρτίου 1964, ήταν η παρεμπόδιση της επανάληψης των διακοινοτικών συγκρούσεων όχι όμως και η κάλυψη των αμυντικών αναγκών της Κύπρου. Γι’ αυτές χρειαζόταν στρατός υπό τον άμεσο έλεγχο της Κυπριακής Κυβέρνησης. Η τουρκική ανταρσία κατά τα πρώτα στάδιά της είχε αντιμετωπιστεί με αστυνομικούς και εθελοντές. Τα σώματα των εθελοντών πρόσφεραν μεγάλες υπηρεσίες στην πατρίδα τους, ήταν όμως ατελώς εξοπλισμένα και εκπαιδευμένα και τους έλειπε η αυστηρή στρατιωτική πειθαρχία. Υπήρχε ανταγωνισμός ανάμεσα στα καπετανάτα, ενώ η χαλαρή πειθαρχία και η ανευθυνότητα οδηγούσε και στην διάπραξη ωμοτήτων, που ζήμιωναν την υπόθεση της Κύπρου και έφερναν σε δύσκολη θέση την Κυβέρνηση.

 Στις 25.2.1964 η Κυβέρνηση εξήγγειλε τον αφοπλισμό των ατάκτων και τη δημιουργία μιας δύναμης 5.000 ειδικών αστυνομικών. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα για τη δημιουργία στρατού, που πήρε την ονομασία Εθνική Φρουρά. Στην αρχή η Εθνική Φρουρά απαρτίστηκε πάλι από εθελοντές, εξοπλιζόταν όμως και ελεγχόταν από το Υπουργείο Εσωτερικών, το οποίο, μετά την αποχώρηση των Τούρκων υπουργών από την Κυβέρνηση, έγινε και Αμύνης.

 Επειδή δεν υπήρχε ελπίδα η έκρυθμη κατάσταση να τερματιστεί σύντομα, η Εθνική Φρουρά δεν ήταν δυνατό να εξακολουθήσει να επανδρώνεται από εθελοντές. Γι’ αυτό την 1.6.1964 θεσπίστηκε ο νόμος περί Εθνικής Φρουράς, ο οποίος προέβλεπε υποχρεωτική στρατιωτική θητεία. Τη δημιουργία τακτικού Κυπριακού Στρατού και την αντικατάσταση των ανεδαφικών σχεδίων άμυνας της Κύπρου με νέα αποτελεσματικά σχέδια είχε εισηγηθεί νωρίτερα ο στρατηγός Γρίβας. Βρισκόταν τότε ακόμη στην Αθήνα, αλλά μεριμνούσε για την άμυνα της Κύπρου επικεφαλής του Ειδικού Μικτού Επιτελείου Κύπρου (ΕΜΕΚ), που ιδρύθηκε με εισήγησή του στο Υπουργείο Εθνικής Αμύνης της Ελλάδας.

 Ο νόμος περί Εθνικής Φρουράς προκάλεσε τις διαμαρτυρίες της Τουρκίας, της Αγγλίας και των ΗΠΑ. Ο Τουρκοκύπριος αντιπρόεδρος Φαζίλ Κουτσιούκ, ο οποίος μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις δήλωσε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν νεκρή, τώρα πρόβαλε βέτο και απαίτησε σύγκληση του Υπουργικού Συμβουλίου στην πράσινη γραμμή για συζήτηση του θέματος. Ο Μακάριος απέρριψε το διάβημα του Κουτσιούκ και η Τουρκική Κυβέρνηση του Ισμέτ Ινονού ειδοποίησε τις ΗΠΑ ότι σκόπευε να διατάξει στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο. Όμως στις 5.6.1964 ο Αμερικανός πρόεδρος Λίντον Τζόνσον, με μια εξαιρετικής αυστηρότητας επιστολή στον Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού, ανέκοψε την τουρκική πρόθεση. Ο Τζόνσον έλαβε σοβαρά υπόψη του και τις προηγηθείσες σαφείς και κατηγορηματικές προειδοποιήσεις του πρωθυπουργού της ΕΣΣΔ Νικίτα Χρουστσόφ, ότι δεν θα ανεχόταν μια τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Γι’ αυτό στην επιστολή του καθιστούσε σαφές ότι οι ατλαντικοί σύμμαχοι της Τουρκίας θα ήταν απρόθυμοι να έλθουν σε σύγκρουση με την Σοβιετική Ένωση, εάν η Τουρκία επενέβαινε στην Κύπρο, χωρίς να έχει την πλήρη συγκατάθεση και κατανόησή τους. Ο Τζόνσον διαφωνούσε με την άποψη της Τουρκικής Κυβέρνησης ότι η Συνθήκη Εγγυήσεως παρείχε στην Τουρκία το δικαίωμα να επέμβει. Κατά τον Τζόνσον, συνέπεια της εισβολής θα ήταν η διχοτόμηση της Κύπρου, πράγμα που η Συνθήκη απέκλειε. Επίσης η Συνθήκη απαιτούσε διαβουλεύσεις με τις υπόλοιπες δύο Εγγυήτριες Δυνάμεις, πράγμα που η Τουρκία δεν έπραξε. Ο Τζόνσον υπογράμμιζε την αντίθεσή του επικαλούμενος και άλλους σοβαρούς λόγους και κατέληγε με την προειδοποίηση ότι σε περίπτωση που η Τουρκία επέμενε, θα ζητούσε επείγουσα σύγκληση του Συμβουλίου του ΝΑΤΟ και του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

 Οι συνεχείς απειλές της Τουρκίας προβλημάτιζαν σοβαρά τις κυβερνήσεις Κύπρου και Ελλάδας. Ο Έλληνας υπουργός Άμυνας Πέτρος Γαρουφαλιάς εισηγήθηκε αποστολή ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην Κύπρο. Η εισήγηση εγκρίθηκε από τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου και έγινε δεχτή από τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Μεταξύ Απριλίου και Αυγούστου 1964, με την άγρυπνη φροντίδα του Π. Γαρουφαλιά και του υφυπουργού Εθνικής Αμύνης Μιχάλη Παπακωνσταντίνου, ολόκληρη μεραρχία 8.000 ανδρών με τον οπλισμό της έφθασε στην Κύπρο με μυστικότητα αλλά και ταχύτητα. Η μεραρχία, που συνθηματικά ονομάστηκε ΕΛΔΥΚ-Μ, υπαγόταν απευθείας στο Υπουργείο Αμύνης της Ελλάδας. Η άφιξη και εγκατάστασή της στην Κύπρο έγινε με τη σιωπηρή ανοχή της Αμερικής και του ΝΑΤΟ. Την έβλεπαν ως εχέγγυο κατά της επικράτησης του κομμουνισμού στην Κύπρο και κατά της ανεξέλεγκτης δράσης του προέδρου Μακαρίου. Επίσης ως όργανο επιβολής λύσης που ενδεχομένως θα συνεφωνείτο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

 Η παρουσία της Ελληνικής Μεραρχίας θωράκισε σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό την Κύπρο και ανακούφισε τον Κυπριακό Λαό από τον φόβο τουρκικής εισβολής. Όταν αργότερα ο Ινονού έδινε οδηγίες στον Νιχάτ Ερίμ για την επιχειρηματολογία που έπρεπε να χρησιμοποιήσει κατά τις συνομιλίες του με τον Άτσεσον, τον συμβούλευσε να μην επισείει πια την απειλή της εισβολής, διότι ύστερα από την εγκατάσταση της Ελληνικής Μεραρχίας μια εισβολή στην Κύπρο ήταν εξαιρετικά δύσκολη.

 Παράλληλα ανδρωνόταν και η Εθνική Φρουρά. Η δύναμή της ανερχόταν σε 11.000 άνδρες, αργότερα όμως έπεσε σε 8.000. Καθώς οι κυπριακής καταγωγής αξιωματικοί ήταν πολύ λίγοι, ιδιαίτερα εκείνοι των ανώτερων βαθμίδων, η Εθνική Φρουρά βασικά στελεχώθηκε από Ελλαδίτες αξιωματικούς και οργανώθηκε έχοντας ως πρότυπο τον Ελληνικό Στρατό. Πρώτος αρχηγός της διορίστηκε ο αντιστράτηγος Γεώργιος Καραγιάννης, που εργάστηκε με ζήλο για την οργάνωση της Εθνικής Φρουράς και την κατασκευή οχυρωματικών έργων.

 Εξαιτίας του φοβερού τουρκικού κινδύνου μια μεγάλη μερίδα του Κυπριακού Λαού ζήτησε να ανατεθεί στον διατελέσαντα αρχηγό της ΕΟΚΑ, στρατηγό Γεώργιο ΓρίβαΔιγενή, πρωταγωνιστικός ρόλος στην άμυνα της Κύπρου. Για την κάθοδο του Γρίβα στην Κύπρο είχαν επιφυλάξεις τόσο ο Μακάριος όσο και ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, ο πρώτος εξαιτίας των παλαιότερων διαφορών του με τον στρατηγό και ο δεύτερος επειδή προέβλεπε αντιδράσεις της Τουρκίας και του ΝΑΤΟ. Τελικά δόθηκε άδεια στον Γρίβα να έλθει μυστικά στην Κύπρο, να μελετήσει τις αμυντικές της ανάγκες και, αφού κάμει εισηγήσεις, να επιστρέψει στην Ελλάδα. Ο Στρατηγός έφτασε στην Κύπρο στις 12.6.1964 και αποφάσισε να παραμείνει και να αναλάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στον αγώνα της. Δεν μεταπείστηκε, ακόμα και όταν του ζήτησαν να επιστρέψει πρώτα ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας Σταύρος Κωστόπουλος, ύστερα ο πρέσβης Ανδρέας Παπάς, που κόμισε προσωπικό μήνυμα του Γεωργίου Παπανδρέου και τέλος ο ίδιος ο υπουργός Εθνικής Αμύνης Πέτρος Γαρουφαλιάς. Τελικά η Κυπριακή Κυβέρνηση ανακοίνωσε την παρουσία του στην Κύπρο και ο ίδιος μίλησε σε συλλαλητήριο, στο οποίο παρευρέθηκε και ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος. Δημιουργήθηκε τότε η Ανωτάτη Στρατιωτική Διοίκησις Αμύνης Κύπρου (ΑΣΔΑΚ) και διορίστηκε αρχηγός της ο στρατηγός Γεώργιος Γρίβας (3.7.1964). Σε περίπτωση πολέμου ο Γρίβας θα γινόταν αρχηγός όλων των ένοπλων σωμάτων (Εθνικής Φρουράς, Ελληνικής Μεραρχίας και ΕΛΔΥΚ). Υπό την άγρυπνη εποπτεία και καθοδήγηση του στρατηγού Γρίβα, με την ενθουσιώδη εργασία των αξιωματικών αλλά και εθελοντών και με την αμέριστη συμπαράσταση του Μακαρίου και της Κυβέρνησής του, έγιναν οχυρωματικά έργα σε όλες τις ακτές της Κύπρου και η Εθνική Φρουρά εξοπλίστηκε και εκπαιδεύτηκε ικανοποιητικά, ώστε πολύ σύντομα να γίνει ένα πειθαρχημένο και αξιόμαχο σώμα. Η δράση των καπετανάτων τερματίστηκε ή περιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό, το ίδιο και οι ανεύθυνες πράξεις ενόπλων που ζήμιωναν την υπόθεση της Κύπρου.

 Για την άμυνα της Κύπρου η Ελλάδα διέθεσε δωρεάν τον ελαφρύ οπλισμό για τους άνδρες της Εθνικής Φρουράς και της ΕΛΔΥΚ-Μ, πυροβόλα (ξηράς και επάκτια), αντιαεροπορικά, ελαφρά άρματα μάχης, ραντάρ, πυρομαχικά κ.ά. Οι μάχες όμως της Τηλλυρίας (6-10 Αυγούστου 1964) κατέδειξαν ότι οι ανάγκες της Κύπρου σε βαρύ οπλισμό ήταν πολύ μεγαλύτερες. Η Ελληνική Μεραρχία ήταν βέβαια επαρκέστερα εξοπλισμένη από την Εθνική Φρουρά, αλλά η εμπλοκή τμημάτων της σε πολεμικά επεισόδια έπρεπε να έχει την έγκριση των ελληνικών κυβερνήσεων. Αυτές όμως ήταν πάρα πολύ επιφυλακτικές, επειδή δεν ήθελαν να δοθεί αφορμή για μια ευρύτερη ελληνοτουρκική σύρραξη. Οι ελληνικές κυβερνήσεις πιεζόμενες από το ΝΑΤΟ και για να αποφύγουν επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, δίσταζαν να προμηθεύουν οι ίδιες την Κύπρο με βαρύ οπλισμό δυτικής προέλευσης, υπήρξαν μάλιστα περιπτώσεις που απεθάρρυναν και την Κυπριακή Κυβέρνηση να βελτιώσει τους εξοπλισμούς της ή τη συμβούλευαν να το πράττει με μυστικότητα. Εφόσον οι αγορές της Δύσης ήταν κλειστές, δεν απέμενε άλλο για την Κύπρο παρά να στραφεί προς τις χώρες του ανατολικού συνασπισμού και ιδιαίτερα προς την ΕΣΣΔ.

 Οι ανηλεείς βομβαρδισμοί της τουρκικής αεροπορίας στην Τηλλυρία, κατά τους οποίους η ελληνική αεροπορία δεν επενέβη, όπως ανέμενε ο Κυπριακός Λαός, ώθησαν την Κυπριακή Κυβέρνηση να ζητήσει στρατιωτική υποστήριξη και από την Σοβιετική Ένωση. Στις 9.8.1964 ο Μακάριος μέσω του σοβιετικού πρέσβη Πάβελ Γερμόσιν παρακάλεσε τον πρωθυπουργό Νικίτα Χρούστσοφ να στείλει αεροπλάνα για υπεράσπιση της Κύπρου, αν συνεχίζονταν οι τουρκικές αεροπορικές επιθέσεις. Αυθημερόν ο Χρούστσοφ με μήνυμά του στον Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού τον κάλεσε να σταματήσει τους βομβαρδισμούς και τον προειδοποίησε ότι σε αντίθετη περίπτωση υπήρχε κίνδυνος επέκτασης των συγκρούσεων. Στις 15.8.1964 η Σοβιετική Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η ΕΣΣΔ «ανταποκρινόμενη σε έκκληση της Κυπριακής Κυβέρνησης και του προέδρου Μακαρίου προσωπικά θα παράσχει βοήθεια στην Κυπριακή Δημοκρατία για την υπεράσπιση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας της από μια ξένη επέμβαση και είναι έτοιμη να αρχίσει αμέσως διαπραγματεύσεις γι’ αυτό το θέμα». Στις 16.8.1964, πάλι, ο Χρούστσοφ σε δημόσια ομιλία του προειδοποιούσε την Τουρκία ότι τα αεροπλάνα της δεν μπορούσαν να βομβαρδίζουν ατιμωρητί την Κύπρο και να σκοτώνουν γέρους και παιδιά.

 Η Ελληνική Κυβέρνηση, έχοντας υπόψη την έντονη αντίθεση του ΝΑΤΟ στην αύξηση της σοβιετικής επιρροής στην Κύπρο, προσπάθησε να αποτρέψει την εισαγωγή σοβιετικών όπλων στο νησί. Για τους ίδιους λόγους ήταν στην αρχή αντίθετος και ο στρατηγός Γρίβας. Όμως το λαϊκό αίσθημα εκδηλώθηκε έντονα υπέρ της αποδοχής της σοβιετικής προσφοράς. Η Κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, όταν διαπίστωσε την αποφασιστικότητα της Κυπριακής Κυβέρνησης, συμβούλευσε να δοθεί εμπορικός χαρακτήρας στην προμήθεια των όπλων. Γι’ αυτό στις 11.9.1964 στάλθηκε στην Μόσχα ο υπουργός Εμπορίου και Βιομηχανίας Ανδρέας Αραούζος, που έκαμε τις σχετικές διαπραγματεύσεις. Με τη συμφωνία, που υπογράφηκε τελικά στις 30.9.1964 από τον υπουργό Εξωτερικών Σπύρο Κυπριανού, η Κύπρος απέκτησε 5 τορπιλακάτους, 200 αντιαεροπορικά, 20 μεγάλου βεληνεκούς πυροβόλα, 35 βαριά άρματα μάχης, 32 τεθωρακισμένα, 100 αυτοκίνητα των τριών τόνων κ.α. Η συμφωνία προέβλεπε και την εγκατάσταση αντιαεροπορικών πυραύλων στην Κύπρο. Πράγματι οι πύραυλοι έφτασαν στην Αίγυπτο, η οποία ύστερα από συμφωνία του Μακαρίου με τον πρόεδρο Γκαμάλ Άμπντελ Νάσερ υπήρξε διαμετακομιστικός σταθμός για όλα τα σοβιετικά όπλα. Τελικά όμως στην Κύπρο μεταφέρθηκαν μόνο οι μηχανοκίνητες ερπυστριοφόρες εξέδρες τους, ενώ οι ίδιοι οι πύραυλοι παρέμειναν στην χερσόνησο του Σινά και έπεσαν στα χέρια των Ισραηλινών κατά τον πόλεμο του 1967. Η ματαίωση του εξοπλισμού της Κύπρου με αντιαεροπορικούς πυραύλους (Μάρτιος 1965), για τους οποίους η Κυπριακή Κυβέρνηση ξόδεψε 3 εκατομμύρια λίρες, οφείλεται στις καταθλιπτικές πιέσεις της Αμερικανικής πάνω στην Ελληνική Κυβέρνηση, η οποία με την σειρά της απαγόρεψε στο ελληνικό πλοίο που θα μετέφερε τους πυραύλους να εκτελέσει την αποστολή του, πράγμα που προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στην Κύπρο. Την πρώτη αποστολή σοβιετικών όπλων θα ακολουθούσαν και άλλες, όμως στο μεταξύ αμβλύνθηκαν οι διαθέσεις τόσο της Κυπριακής όσο και της Σοβιετικής Κυβέρνησης, της πρώτης εξαιτίας της αποθάρρυνσής της από την Ελλάδα και τις Δυτικές χώρες και της δεύτερης ένεκα της βελτίωσης των τουρκοσοβιετικών σχέσεων, που συνέβη μετά την πτώση του Νικίτα Χρούστσοφ.

 Η αναζήτηση στήριξης στη Σοβιετική Ένωση και ιδιαίτερα η αγορά σοβιετικού οπλισμού επέσυρε πολλές επικρίσεις. Έλληνες διπλωμάτες και πολιτικοί επισημαίνουν ότι η Σοβιετική Ένωση αντιστρατευόταν την πολιτική της Ένωσης, που ως το 1967 επιδίωκαν οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου και συνεπώς δεν έπρεπε να επιδιωχθεί η ανάμειξή της στο Κυπριακό. Χώρια που η ανάμειξη αυτή δυσκόλευε τις ελληνικές κυβερνήσεις να χειριστούν το θέμα μέσα στο πλαίσιο των συμμαχιών της Ελλάδας. Άλλοι κινούμενοι από στείρο αντικομμουνισμό προσπάθησαν να εμφανίσουν τα σοβιετικά όπλα σχεδόν ως άχρηστα. Στις πιο πάνω επικρίσεις μπορούν να αντιταχθούν τα εξής: Μετά την αποχώρηση από την Κύπρο της Ελληνικής Μεραρχίας με τον οπλισμό της, τα περισσότερα βαριά όπλα που απέμειναν στο νησί ήταν τα σοβιετικά. Παρ’ όλα τα προβλήματα μερικών από αυτά, αν αξιοποιούνταν σωστά από τους πραξικοπηματίες κατά την τουρκική εισβολή το 1974 και αν εφαρμόζονταν τα σχέδια για την άμυνα της Κύπρου, υπήρχαν μεγάλες πιθανότητες η εισβολή να αποτύχει. Ούτε υπάρχει λογική στις επικρίσεις για την καταφυγή στη Σοβιετική Ένωση για την προμήθεια όπλων. Ένας λαός που διατρέχει τον έσχατο κίνδυνο δεν βλέπει από πού προέρχονται τα όπλα που χρειάζεται για την άμυνά του. Ακόμη και ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Σταύρος Κωστόπουλος, αν και πολέμιος του εξοπλισμού της Κύπρου με σοβιετικά όπλα, δικαιολόγησε ως εξής σε δημοσιογράφο ξένης εφημερίδας την ενέργεια της Κυπριακής Κυβέρνησης: «Η Κύπρος εζήτησε βοήθειαν από όλα τα κράτη, η δε Ρωσσία την παρέσχε. Διατί να την αρνηθή;» Ας σημειωθεί ότι ούτε οι Ρώσοι ζήτησαν ούτε η Κύπρος προσέφερε οποιαδήποτε πολιτικά ή στρατηγικά ανταλλάγματα. Αυτό είχε την ευκαιρία να τονίσει ο Κύπριος υπουργός Εξωτερικών Σπύρος Κυπριανού στον Αμερικανό ομόλογό του Ντιν Ρασκ, προτού μεταβεί στη Μόσχα για την υπογραφή της σχετικής συμφωνίας. Πρότεινε μάλιστα να ικανοποιήσουν οι ΗΠΑ τις ανάγκες της Κύπρου, οπότε θα αναστέλλονταν οι συνεννοήσεις με τους Σοβιετικούς. Ο Ρασκ απέρριψε την πρόταση και ούτε δέχτηκε να προσφέρει οποιαδήποτε εγγύηση για την ασφάλεια της Κύπρου, προκειμένου να ματαιωθεί η αγορά σοβιετικών όπλων. Ο τότε υπουργός Εθνικής Αμύνης της Ελλάδας Πέτρος Γαρουφαλιάς έδωσε τις εξής εξηγήσεις για την ανάγκη αγοράς σοβιετικών όπλων: «Όλο το πολεμικό υλικό με το οποίο εξοπλίστηκε η Κυπριακή Εθνική Φρουρά και οι ελληνικές δυνάμεις της ΕΛΔΥΚ-Μ ήταν αγγλικής κατασκευής, της περιόδου του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, που βρισκόταν στις αποθήκες μας αχρησιμοποίητο από τις Ένοπλες Δυνάμεις μας. Κανένα όπλο αμερικανικής προελεύσεως ή προελεύσεως ΝΑΤΟ δεν απεστάλη στην Κύπρο και καμιά μείωση σε πολεμικό υλικό δεν υπέστη ο Ελληνικός Στρατός. Αυτός ακριβώς υπήρξε ο λόγος για τον οποίο κρίθηκε αναγκαία η αγορά από την Ρωσσία πολεμικού υλικού για την συμπλήρωση του σταλέντος από την Ελλάδα, όπως ορισμένου αριθμού αντιαρματικών και αντιαεροπορικών πυροβόλων, ορισμένου αριθμού αρμάτων, τορπιλακάτων και πυραύλων. Πρέπει να σημειωθεί πως η απόφαση όπως η Κυπριακή Κυβέρνηση προμηθευθεί πολεμικό υλικό από χώρες ανατολικές λήφθηκε σε σύσκεψη υπό την προεδρία του πρωθυπουργού, που έγινε στο Καστρί την 11ην Αυγούστου 1964 με πρακτικογράφο τον ταγματάρχη κ. Α. Γ. Μπάλλα»

Πηγές - Βιβλιογραφία

Αραπάκης Πέτρος, Το Τέλος της Σιωπής, Νέα Σύνορα-Α. Λιβάνης, Αθήνα 2000.
Βλάχος Άγγελος, Δέκα Χρόνια Κυπριακού, Εστία, Αθήνα 1980. Γαρουφαλιάς Πέτρος, Ελλάς και Κύπρος. Τραγικά Σφάλματα-Ευκαιρίες που Χάθηκαν (1964-1965), Μπεργαδής, Αθήνα 1982.
Δαμωνίδης (Χρηστίδης Χριστόφορος), «Άκρως Απόρρητον!»-Το Πρωτόκολλο της 17ης Δεκεμβρίου 1966, Αθήνα 1973.
Ιστορική Εγκυκλοπαιδεία της Κύπρου, τ. 13. Κ. Επιφανίου, Λευκωσία 19972.
Κάτσης Άριστος, Από την Ανεξαρτησία στην Τουρκική Εισβολή, Λεμεσός 1977.
Κληρίδης Γλαύκος, Η Κατάθεσή μου, τ. 2. Αλήθεια, Λευκωσία 1989. Κρανιδιώτης Νίκος, Ανοχύρωτη Πολιτεία, τ. 1, 2. Εστία, Αθήνα 1985. Μπήτος Ιωάννης Γ., Από την Πράσινη Γραμμή στους Δύο Αττίλες, Αθήνα 1997.
Μπίτσιος Δημήτρης, Πέρα από τα Σύνορα, Εστία, Αθήνα 1983. Παπαγεωργίου Σπύρος, Από την Ζυρίχην εις τον Αττίλαν, τ. 2,3. Λαδιάς, Αθήνα 1980.
Γ. Λαδιάς, Τα Κρίσιμα Ντοκουμέντα του Κυπριακού (1959-1967), τ. 2, 3,Αθήνα 1983.
Παπαδόπουλος Λεωνίδας Γ., Το Κυπριακό Ζήτημα-Κείμενα 1959-1974, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1999.
Παπακωνσταντίνου Μιχάλης, Η Ταραγμένη Εξαετία 1961-1967, τ. 1, 2. Προσκήνιο, Αθήνα 1997-1998.
Παπαχελάς Αλέξης, Ο Βιασμός της Ελληνικής Δημοκρατίας, Εστία, Αθήνα 19972.
Σέργης Γεώργιος Π., Η Μάχη της Κύπρου, Αδελφοί Βλάσση, Αθήνα 1996. Χαραλαμπόπουλος Χαράλαμπος, Περιμένοντας τον Αττίλα, Εστία, Αθήνα 1992. Χριστοδούλου Μιλτιάδης, Η Πορεία Μιας Εποχής, Ι. Φλώρος, Αθήνα 1987. Ball George W., The Past Has Another Pattern, W.W. Norton and Company, New YorkLondon 1982.
Kissinger Henry, Years of Renewal,. Weidenfeld and Nicolson, London 1999.
Purcell H.D., Cyprus, Ernest Benn Ltd, London 1969. Stearns Monteagle, (Μετάφραση: Γιώργος Κουσουνέλος), Περίπλοκες Συμμαχίες, Το Ποντίκι, Αθήνα 1992.

Τα κείμενα που δημοσιεύονται στο περιοδικό εκφράζουν τη γνώμη και τις σκέψεις των συγγραφέων και όχι αναγκαία τις αντιλήψεις ή το δόγμα του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή - απόδοση του περιεχομένου (κείμενα ή φωτογραφίες) με οποιονδήποτε τρόπο μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό ή άλλο, χωρίς τη γραπτή έγκριση ή άδεια του ΓΕΕΦ.