Σαν Σήμερα

18 Μαρτίου

1821 - Οι Πετμεζαίοι επιτίθενται κατά των ανδρών του τούρκου διοικητού Καλαβρύτων Αρναούτογλου στην περιοχή Παλιοπύργου και τούς αποκλείουν στους τρεις οχυρούς πύργους της πόλεως.

1926 - Ιδρύεται η Ακαδημία Αθηνών.

1936 - Πεθαίνει στην Γαλλία ο Ελευθέριος Βενιζέλος, η μεγαλύτερη πολιτική φυσιογνωμία της νεότερης Ελλάδος. Γεννήθηκε το 1864 στις Μουρνιές της Κρήτης και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συμμετείχε στις Κρητικές Επαναστάσεις των ετών 1895 και 1896 και το 1905 κήρυξε με το κίνημα του Θερίσου την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Προικισμένος με σπάνιες αρετές, απαράμιλλο αγωνιστικό πνεύμα, τεράστια πολιτική διαίσθηση, αλλά και ενόραση προφητική, δέσποσε για ένα τέταρτο του αιώνα στην πολιτική ζωή της Ελλάδος.

1863 - Εκλογή του Γεωργίου, ως Βασιλιά των Ελλήνων.

ΟΙ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΖΥΡΙΧΗΣ - ΛΟΝΔΙΝΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΟΔΗΓΗΣΑΝ Σ’ΑΥΤΕΣ

Γιάννη Κ. Λάμπρου,
Φιλολόγου - Ιστορικού, Συγγραφέα

Άρθρο από το εξαμηνιαίο περιοδικό "Εθνική Φρουρά & Ιστορία"
Ιούλιος - Δεκέμβριος 2015, Τεύχος 36ο


Το Σχέδιο Μακμίλαν αναγκάζει τον Μακάριο να στραφεί από την αυτοδιάθεση - Ένωση στην ανεξαρτησία

Στις 19.6.1958, ενώ στην Κύπρο συνέβαιναν βίαια επεισόδια μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, ο Βρετανός πρωθυπουργός Χάρολντ Μακμίλαν κατέθεσε στην Βουλή των Κοινοτήτων το χειρότερο από τα βρετανικά σχέδια για λύση του Κυπριακού. Η χειρότερη πρόνοιά του προέβλεπε συγκυριαρχία επί της Κύπρου των χωρών Αγγλίας, Ελλάδας και Τουρκίας. Το σχέδιο απορρίφθηκε από την ελληνική Κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και από τον Μακάριο, όμως έγινε δεχτό από την τουρκική Κυβέρνηση του Αντνάν Μεντερές. Οι Βρετανοί απειλούσαν ότι θα προχωρούσαν στην εφαρμογή του Σχεδίου από την 1η Οκτωβρίου 1958, έστω και χωρίς την συμμετοχή της Ελλάδας. Άφηναν επίσης να διαρρεύσει ότι, αν τα πράγματα χειροτέρευαν, θα αποχωρούσαν στις βάσεις τους στην Κύπρο και θα άφηναν τους Έλληνες και τους Τούρκους να λύσουν μόνοι τους τις διαφορές τους, όπως έκαμαν στην Παλαιστίνη το 1947. Η κατάσταση γινόταν ακόμη πιο δύσκολη, επειδή το αντιπολιτευόμενο κόμμα των Εργατικών, το οποίο προηγουμένως υποστήριζε την ελληνική θέση για αυτοδιάθεση, τώρα πρόσφερε υποστήριξη προς τις προτάσεις Μακμίλαν.

Φοβερά ανήσυχος από τις δυσμενείς εξελίξεις ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, στην προσπάθειά του να εξουδετερώσει το Σχέδιο Μακμίλαν, έκαμε στροφή από την αυτοδιάθεση - Ένωση στην ανεξαρτησία. Αυτή εκδηλώθηκε στις 22.9.1958 σε συνέντευξή του προς την αντιπρόεδρο του βρετανικού Εργατικού Κόμματος, Μπάρμπαρα Κασλ, την οποία παρακάλεσε να διαβιβάσει στη βρετανική Κυβέρνηση την πρότασή του. Την ίδια πρόταση γνωστοποίησε και ο Μακάριος στην Κυβέρνηση της Αγγλίας με επιστολή του στις 27.9.1958, όμως αυτή απορρίφθηκε.

Αγγλία και Τουρκία τορπιλίζουν στον ΟΗΕ ψήφισμα υπέρ της ανεξαρτησίας. Ελλάδα και Τουρκία αναζητούν λύση με απευθείας διάλογο

Ενώ το Σχέδιο Μακμίλαν άρχισε να εφαρμόζεται στην Κύπρο με τον διορισμό Τούρκου αντιπροσώπου κοντά στον Άγγλο Κυβερνήτη, το Κυπριακό οδηγήθηκε για πέμπτη φορά στον ΟΗΕ, με αίτημα αυτή την φορά την ανεξαρτησία. Σχέδιο ψηφίσματος υπέρ της ανεξαρτησίας της Κύπρου, το οποίο ετοίμασε ο Ινδός αντιπρόσωπος Κρίσνα Μένον με την υποστήριξη εννιά άλλων κρατών, φαινόταν ότι θα κέρδιζε πλειοψηφία δύο τρίτων στην 13η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Όμως πολλές χώρες που το υποστήριζαν μετέβαλαν στάση, όταν ο Άγγλος υφυπουργός Εξωτερικών Άλαν Νομπλ απείλησε ότι το Σχέδιο των Δέκα θα μπορούσε, αν ψηφιζόταν, να προκαλέσει εμφύλιο στην Κύπρο καθώς και ελληνοτουρκικό πόλεμο, επειδή απέκλειε την διχοτόμηση την οποία υποστήριζαν οι Τούρκοι και οι Τουρκοκύπριοι. Έτσι στην Πολιτική Επιτροπή αντί του φιλελληνικού σχεδίου ψηφίσματος των Δέκα επικράτησε τελικά το ευνοϊκό για τις βρετανοτουρκικές θέσεις σχέδιο του Ιράν, που υποστηρίχτηκε από τις ΗΠΑ. Ήταν μια απροσδόκητη και πικρή ήττα για την ελληνική πλευρά, η οποία στην προηγούμενη Γενική Συνέλευση με αίτημα την αυτοδιάθεση είχε πετύχει ένα ευνοϊκό ψήφισμα. Ευτυχώς, προτού αχθεί ενώπιον της ολομέλειας, το ψήφισμα αυτό τροποποιήθηκε σε βαθμό που να γίνει αποδεχτό και από την ελληνική πλευρά. Τελικά με πρόταση του Μεξικού η Γενική Συνέλευση στις 5.12.1958 υιοθέτησε ομόφωνα και χωρίς ψηφοφορία το εξής ψήφισμα: «Η Γενική Συνέλευση, αφού εξέτασε το ζήτημα της Κύπρου, αφού έλαβε υπόψη την απόφαση 1013/ΧΙ, εκφράζει την πεποίθησή της ότι θα συνεχιστούν προσπάθειες μεταξύ των μελών, για να επιτευχθεί ειρηνική, δημοκρατική και δίκαιη λύση σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».  Ήταν ένα ευπρεπές για την ελληνική πλευρά ψήφισμα, αλλά δεν ανταποκρινόταν καθόλου στις προσδοκίες της ότι το αίτημα της ανεξαρτησίας θα έβρισκε στα Ηνωμένα Έθνη μεγαλύτερη υποστήριξη από εκείνο της αυτοδιαθέσεως.

Από την συζήτηση στον ΟΗΕ η Τουρκία κατάλαβε ότι το αίτημά της για διχοτόμηση δεν είχε καμιά διεθνή απήχηση και ότι με την Ελλάδα πέρα για πέρα αντίθετη στο Σχέδιο Μακμίλαν αυτό δεν είχε τη δυνατότητα να εφαρμοστεί. Την ανησυχούσε πολύ και το γεγονός ότι το φιλοδυτικό και φιλοτουρκικό καθεστώς του Ιράκ είχε ανατραπεί στις 14.7.1958 και το Σύμφωνο της Βαγδάτης έχασε την αποτελεσματικότητά του. Η Τουρκία κατάλαβε ότι το συμφέρον της απαιτούσε συνεννόηση με την Ελλάδα. Έτσι την ίδια μέρα που στην Πολιτική Επιτροπή είχε εγκριθεί το ευνοϊκό για την Τουρκία και την Βρετανία σχέδιο ψηφίσματος του Ιράν (4.12.1958) ο βάναυσος και σκαιός Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Φατίν Ζορλού, που είχε ηγηθεί της τουρκικής αντιπροσωπείας στον ΟΗΕ, προσέγγισε φιλικά τον Έλληνα ομόλογό του Ευάγγελο Αβέρωφ και του πρότεινε να αρχίσουν μυστικές συνομιλίες με στόχο μια συμφωνημένη λύση ανεξαρτησίας της Κύπρου. Από τον διάλογο αυτό θα κρατιόνταν μακριά οι Βρετανοί.

Με την έγκριση και του αρχιεπισκόπου Μακαρίου ο Αβέρωφ είχε ουσιαστικές συνομιλίες με τον Ζορλού στο Παρίσι (16-18.12.1958 και 17-21.1.1959). Πολύ σημαντικές συνεννοήσεις έγιναν και μέσω του Έλληνα πρέσβη στην Άγκυρα Γεώργιου Πεσμαζόγλου. Όταν οι θέσεις των δύο πλευρών είχαν προσεγγίσει σε σημαντικό βαθμό, οι Καραμανλής και Αβέρωφ ενημέρωσαν τον Μακάριο και τον εθναρχεύοντα Κιτίου Άνθιμο στις 29.1.1959. Οι δύο ιεράρχες ενέκριναν τόσο εκείνα που είχαν συμφωνηθεί μέχρι τότε όσο και τους μελλοντικούς χειρισμούς του θέματος.

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο Φαζίλ Κουτσιούκ  υπογράφουν τις Συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου.

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο Φαζίλ Κουτσιούκ υπογράφουν τις Συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου.

Παρέμεναν ακόμη κάποια επίμαχα σημεία, για τα οποία οι Αβέρωφ και Ζορλού συμφώνησαν ότι σ’ αυτά έπρεπε να δώσουν λύση οι ίδιοι οι πρωθυπουργοί της Ελλάδας και της Τουρκίας. Για τον σκοπό αυτόν οι πρωθυπουργοί Κωνσταντίνος Καραμανλής και Αντνάν Μεντερές συνοδευόμενοι από τους υπουργούς Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ και Φατίν Ζορλού και υψηλόβαθμα στελέχη της διπλωματικής υπηρεσίας συναντήθηκαν στην Ζυρίχη της Ελβετίας. Ύστερα από σκληρές διαπραγματεύσεις, που άρχισαν στις 5.2.1959, υπογράφτηκαν στις 11.2.1959 οι Συμφωνίες Ζυρίχης, που οδήγησαν στην ανεξαρτησία της Κύπρου.

Οι Συμφωνίες της Ζυρίχης

Από την αρχή των διαπραγματεύσεων το κύριο εμπόδιο στην επίτευξη συμφωνίας ήταν η επιμονή των Τούρκων για εγκατάσταση τουρκικής στρατιωτικής βάσης στην Κύπρο. Όπως έλεγε ο Ζορλού, ήταν αναγκαία έστω και η συμβολική στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στην Κύπρο, για να μπορέσει η Κυβέρνηση Μεντερές να περάσει την συμφωνία στην τουρκική κοινωνία, που είχε φανατιστεί με το σύνθημα «διχοτόμηση ή θάνατος». Ήταν ανάγκη να παραχωρηθεί στην Τουρκία «έστω και ένας μεγάλος βράχος που να χωρεί μια τουρκική σκοπιά και ένα κοντάρι με την τουρκική σημαία». Τελικά επήλθε ο εξής συμβιβασμός: Στο πλαίσιο στρατιωτικής συμμαχίας μεταξύ Κύπρου, Ελλάδας και Τουρκίας θα ιδρυόταν ένα Τριμερές Στρατηγείο και θα στάθμευαν στην Κύπρο στρατιωτικά αποσπάσματα της Ελλάδας και της Τουρκίας από 950 και 650 άνδρες αντίστοιχα. Έτσι δημιουργήθηκε η Ελληνική Δύναμις Κύπρου (ΕΛΔΥΚ) και η Τουρκική Δύναμις Κύπρου (ΤΟΥΡΔΥΚ). Προβλεπόταν επίσης η δημιουργία Κυπριακού Στρατού δυνάμεως 2.000 ανδρών, από τους οποίους 60% θα ήταν Ελληνοκύπριοι και 40% Τουρκοκύπριοι. Για την ρύθμιση των στρατιωτικών σχέσεων Κύπρου, Ελλάδας και Τουρκίας υπογράφηκε στη Ζυρίχη η Συνθήκη Συμμαχίας.

Εκτός από τη στρατιωτική της παρουσία στην Κύπρο η Τουρκία πέτυχε στην Ζυρίχη να της αναγνωριστούν και επεμβατικά δικαιώματα με τη Συνθήκη Εγγυήσεως. Με τη Συνθήκη αυτή η Ελλάδα, η Τουρκία και η Βρετανία ανακηρύχτηκαν εγγυήτριες της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της ασφάλειας της Κύπρου καθώς «και της κατάστασης πραγμάτων που καθιερώθηκε από τα θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματός της». Το άρθρο 3 της Συνθήκης (το οποίο λίγο αργότερα πήρε τον αριθμό 4, επειδή στο Λονδίνο μετά το άρθρο 2 προστέθηκε ακόμη ένα άρθρο) αναγνώριζε στις τρεις Εγγυήτριες Δυνάμεις το δικαίωμα να επεμβαίνουν είτε από κοινού είτε μονομερώς σε περίπτωση παραβιάσεως της Συνθήκης, με μοναδικό όμως σκοπό «την αποκατάσταση της τάξεως των πραγμάτων που καθιερώθηκε με την παρούσα Συνθήκη». Το άρθρο 4 (3) δεν κάνει λόγο για στρατιωτική επέμβαση, η οποία εξάλλου απαγορεύεται και από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Το 1974 όμως η Τουρκία το εκμεταλλεύτηκε για να εισβάλει στην Κύπρο και να θέσει υπό την κατοχή της μεγάλο τμήμα του κυπριακού εδάφους.

Η βασική Συνθήκη που υπογράφηκε στη Ζυρίχη φέρει τίτλο «Βασική Διάρθρωσις της Δημοκρατίας της Κύπρου» και αναφέρεται στο συνταγματικό καθεστώς της νέας Πολιτείας. Κατά τις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν οι προσπάθειες των Τούρκων κατέτειναν στο να πετύχουν την εισαγωγή χωριστικών στοιχείων στο Σύνταγμα, που να προσδώσουν στο καθεστώς χαρακτήρα ομοσπονδίας. Χαρακτηριστικό των τουρκικών προθέσεων ήταν το όνομά που πρότειναν για το νέο κράτος: «Ελληνοτουρκική Δημοκρατία της Κύπρου» ή «Κυπριακή Ομοσπονδία». Πρότειναν επίσης η σημαία του νέου κράτους να είναι κατά δύο τρίτα η ελληνική και κατά το ένα τρίτο η τουρκική. Τελικά συμφωνήθηκε ουδέτερη σημαία και η ονομασία «Δημοκρατία της Κύπρου».

Το μόνο εμφανώς διχοτομικό στοιχείο, που έγινε δεχτό και από την ελληνική πλευρά, ήταν η πρόνοια για ξεχωριστούς ελληνικούς και τουρκικούς δήμους στις πέντε μεγαλύτερες πόλεις της Κύπρου (Λευκωσία, Αμμόχωστος, Λάρνακα, Λεμεσός, Πάφος). Ομοσπονδιακό στοιχείο ήταν η δημιουργία δύο κοινοτικών συνελεύσεων, της Ελληνικής Κοινοτικής Συνελεύσεως Κύπρου (ΕΚΣΚ) και της Τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως Κύπρου, με δικαιοδοσία σε καθαρώς κοινοτικά θέματα (εκπαιδευτικά, πολιτιστικά, θρησκευτικά, αθλητικά, δημαρχεία, συνεργατικά ιδρύματα κ.ά.). Όμως το ομοσπονδιακό αυτό στοιχείο, το οποίο υπήρχε και στο Σχέδιο Μακμίλαν, επικαλυπτόταν με τη δημιουργία και κεντρικής ενιαίας Βουλής των Αντιπροσώπων με 70% Έλληνες και 30% Τούρκους βουλευτές. (Αργότερα συμφωνήθηκε να απαρτιστεί η Βουλή από 50 βουλευτές, 35 Ελληνοκυπρίους και 15 Τουρκοκυπρίους.) Αλλά και εδώ εισαγόταν άλλο ομοσπονδιακό στοιχείο, αφού η καθεμιά από τις δύο κοινότητες θα εξέλεγε τους δικούς της βουλευτές με ξεχωριστές ψηφοφορίες.

Σε περίπτωση σύγκρουσης αρμοδιοτήτων της Βουλής των Αντιπροσώπων και των Κοινοτικών Συνελεύσεων και επηρεασμού των συμφερόντων της μιας από τις δύο κοινότητες, τη διαφορά θα έλυε ένα τριμελές Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, του οποίου οι δικαστές θα ήταν ένας Ελληνοκύπριος, ένας Τουρκοκύπριος και ένας ουδέτερος Πρόεδρος.

Με τον διακανονισμό που υπογράφηκε στη Ζυρίχη αποκλείστηκε στο διηνεκές η Ένωση, η διχοτόμηση και η χωριστή ανεξαρτησία των δύο κοινοτήτων. Καθιερώθηκε πολίτευμα προεδρικής δημοκρατίας με Έλληνα πρόεδρο και Τούρκο αντιπρόεδρο. Απαίτηση των Τούρκων να κατέχονται τα αξιώματα αυτά εκ περιτροπής από Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους δεν πέρασε. Στο Υπουργικό Συμβούλιο εφτά υπουργοί θα ήταν Έλληνες, που θα επιλέγονταν από τον Έλληνα πρόεδρο, και τρεις Τούρκοι, που θα επιλέγονταν από τον Τούρκο αντιπρόεδρο, όμως τον διορισμό τους θα υπέγραφαν τόσο ο πρόεδρος όσο και ο αντιπρόεδρος. Η θητεία του προέδρου και του αντιπροέδρου καθώς και των βουλευτών θα ήταν πενταετής.

Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «ΧΑΡΑΥΓΗ» ημερομηνίας 12/2/1959.

Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «ΧΑΡΑΥΓΗ» ημερομηνίας 12/2/1959.

Στοιχεία που ταίριαζαν σε ομοσπονδιακό καθεστώς ήταν και τα πολλά veto (δικαίωμα αρνησικυρίας) που παραχωρήθηκαν τόσο στην ελληνική όσο και στην τουρκική κοινότητα, λειτουργούσαν όμως ουσιαστικά μόνο υπέρ των Τούρκων. Σύμφωνα με το άρθρο 8 της «Βασικής Διάρθρωσης της Δημοκρατίας της Κύπρου» «ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος θα έχουν κεχωρισμένως και από κοινού το δικαίωμα της οριστικής αρνησικυρίας επί παντός νόμου ή αποφάσεως αναφερομένων εις τας εξωτερικάς υποθέσεις ως και επί της αμύνης και ασφαλείας ως αύται καθορίζονται εις το παράρτημα «Ι». Δικαίωμα veto σε ορισμένα θέματα δόθηκε και στις εθνικές ομάδες των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων βουλευτών. Το σημαντικότερο από αυτά αφορούσε τους φορολογικούς νόμους. Καμιά φορολογία δεν θα μπορούσε να επιβληθεί, αν ο σχετικός νόμος δεν εγκρινόταν με απλή πλειοψηφία ξεχωριστά από τα ελληνικά και τα τουρκικά μέλη της Βουλής. Τον Δεκέμβριο του 1961 οι Τουρκοκύπριοι έκαμαν κατάχρηση αυτού του δικαιώματος, προκαλώντας σοβαρά προβλήματα στην ομαλή λειτουργία του Κράτους.

Εκτός των veto η τουρκική απληστία πέτυχε στη Ζυρίχη και άλλα υπερπρονόμια για την τουρκική κοινότητα. Αυτά προκάλεσαν μεγάλη δυσαρέσκεια στην ελληνική κοινότητα και υπήρξαν η σοβαρότερη αιτία για την κατάρρευση των Συμφωνιών. Η κοινότητα του 18% απέκτησε το δικαίωμα να κατέχει το 30% των θέσεων στην δημόσια υπηρεσία. Στην Αστυνομία μάλιστα τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του νέου Κράτους τα ποσοστά των Τουρκοκυπρίων θα ανέρχονταν στο 40%. Επίσης στον Κυπριακό Στρατό θα είχαν μερίδιο 40%.

Η «Βασική Διάρθρωσις της Δημοκρατίας της Κύπρου» με το ακροτελεύτιο 27ο άρθρο της όριζε ότι όλα τα προηγούμενα άρθρα της θα αποτελούσαν θεμελιώδη άρθρα του μελλοντικού Συντάγματος της Δημοκρατίας της Κύπρου. Κατάργηση ή τροποποίηση θεμελιωδών άρθρων απαγορευόταν.

Τα κείμενα: «Βασική Διάρθρωσις της Δημοκρατίας της Κύπρου», «Συνθήκη Εγγυήσεως μεταξύ της Δημοκρατίας της Κύπρου και της Μεγάλης Βρετανίας, της Ελλάδος και της Τουρκίας», «Συνθήκη Συμμαχίας μεταξύ της Δημοκρατίας της Κύπρου και της Ελλάδος και της Τουρκίας» και «Συμφωνία Κυρίων» υπογράφηκαν στις 11.2.1959 από τους πρωθυπουργούς της Ελλάδας και της Τουρκίας Κωνσταντίνο Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές και αποτελούν τις Συμφωνίες Ζυρίχης. Με τη «Συμφωνία Κυρίων», που κρατήθηκε μυστική, οι Καραμανλής και Μεντερές συμφώνησαν μεταξύ άλλων ότι θα υποστήριζαν την είσοδο της Κύπρου στο ΝΑΤΟ και θα παρενέβαιναν στον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο της Κύπρου «επί τω σκοπώ όπως τεθούν εκτός νόμου το Κομμουνιστικόν Κόμμα και η κομμουνιστική δράσις».

Κατά την τουρκική άποψη το καθεστώς που προέκυψε στην Ζυρίχη είναι «λειτουργική ομοσπονδία».  Σ’ αυτό ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου παρατηρεί ότι στη Ζυρίχη δημιουργήθηκε «ένα ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος, στο οποίο η δημοκρατική αρχή καμπτόταν χωρίς να αναιρείται και μάλιστα καμπτόταν σε μικρότερο βαθμό από ό,τι σε ένα ομοσπονδιακό σύστημα… «Η Βασική Διάρθρωσις» ίδρυσε ένα ενιαίο κράτος και δεν ανέφερε πουθενά, όπως επιζητούσαν οι Τούρκοι, την λέξη ομοσπονδία».

Η λύση που δόθηκε στη Ζυρίχη παρά τα σοβαρά της μειονεκτήματα -με σημαντικότερα την αναγνώριση επεμβατικών δικαιωμάτων στην Τουρκία και veto στους Τουρκοκυπρίους- ήταν πολύ καλύτερη από εκείνη που προτεινόταν με το Σχέδιο Μακμίλαν. Οι στόχοι που με τόση επιμονή επιδίωξε η Τουρκία, δηλαδή η συγκυριαρχία της με την Ελλάδα επί της Κύπρου και η παρεμπόδιση της εισόδου της Κύπρου στον ΟΗΕ, ματαιώθηκαν. Με την εισδοχή στον ΟΗΕ η ανεξαρτησία της Κύπρου, παρά τις δεσμεύσεις της, αναγνωρίστηκε πανηγυρικά. Γιατί μόνο ανεξάρτητα κράτη γίνονται δεχτά στον ΟΗΕ.

Προβληματισμοί του Μακαρίου σχετικά με τον διακανονισμό της Ζυρίχης

Αμέσως μετά την επιστροφή του στην Αθήνα (11.2.1959) ο Καραμανλής είχε πολύωρη συνάντηση με τον Μακάριο, τον οποίο ενημέρωσε προφορικά για τα αποτελέσματα των ελληνοτουρκικών συνομιλιών στη Ζυρίχη. Σε γραπτή δήλωσή του, που δημοσιεύτηκε στις 12.2.1959, ο Αρχιεπίσκοπος εξέφρασε την ικανοποίησή του και συγχάρηκε τον Έλληνα Πρωθυπουργό. Όμως, όταν πήρε στα χέρια του και μελέτησε προσεκτικότερα τα κείμενα των Συμφωνιών, επηρεασμένος και από τις έντονες επικρίσεις μεγάλης μερίδας του ελληνικού Τύπου και την καταδίκη των Συμφωνιών από τον μητροπολίτη Κηρυνείας Κυπριανό, ο Μακάριος διαμήνυσε στον Καραμανλή ότι δεν μπορούσε να προσυπογράψει τις Συμφωνίες, ιδιαίτερα τη Συνθήκη Εγγυήσεως. Σε νέα συνάντησή του με τον Καραμανλή εξέφρασε την επιθυμία να διαπραγματευτεί και να προσπαθήσει να βελτιώσει ορισμένα σημεία κατά τη διάρκεια της Πενταμερούς Διασκέψεως, την οποίαν είχε συγκαλέσει στο Λονδίνο για τις 17 Φεβρουαρίου ο Βρετανός Πρωθυπουργός. Ο Καραμανλής εξήγησε στον Αρχιεπίσκοπο ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει, επειδή ο Μακμίλαν είχε διαμηνύσει ότι κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης δεν θα δεχόταν καμιά συζήτηση πάνω σε θέματα για τα οποία είχε επέλθει συμφωνία στη Ζυρίχη. Υπέδειξε στον Μακάριο ότι το μόνο που μπορούσε να κάμει ήταν να συζητήσει κάποια θέματα με την τουρκοκυπριακή αντιπροσωπεία στο περιθώριο της Διάσκεψης. Ο Μακάριος έδειξε ότι πείστηκε.

Η υπογραφή των Συμφωνιών στο Λονδίνο

Στις 15.2.1959 ο Αρχιεπίσκοπος έφτασε στο Λονδίνο για να συμμετάσχει στην Πενταμερή Διάσκεψη. Τον συνόδευαν ο εθναρχεύων μητροπολίτης Κιτίου Άνθιμος, ο ηγούμενος Κύκκου Χρυσόστομος και κάποιοι σύμβουλοί του. Αργότερα έφτασαν στο Λονδίνο από την Αθήνα άλλοι είκοσι πέντε αντιπροσωπευτικοί παράγοντες από την Κύπρο, που είχαν προσκληθεί από τον Μακάριο ως ένα είδος εθνικού συμβουλίου. Ανάμεσά τους ήταν εφτά δήμαρχοι, γυμνασιάρχες, νομικοί, δημοσιογράφοι, συνδικαλιστές και άλλοι. Στις 16 Φεβρουαρίου, μια μέρα πριν από τη Διάσκεψη, αφού αναλύθηκαν ένα προς ένα όλα τα σημεία των Συμφωνιών της Ζυρίχης, οι σύμβουλοι του Μακαρίου κλήθηκαν να εκφέρουν τις απόψεις τους. Σχεδόν και οι τριάντα πέντε συμβούλεψαν τον Μακάριο να μην υπογράψει, αν δεν γίνονταν βελτιώσεις στις Συμφωνίες. Παρά τις έντονες προτροπές του Φουτ πρώτα και του Αβέρωφ αργότερα οι Κύπριοι αντιπρόσωποι δεν πείστηκαν να μεταβάλουν γνώμη. Ανήσυχος ο Έλληνας Πρωθυπουργός από την τροπή που πήραν τα πράγματα επιδίωξε συνάντησή του με τον Μακάριο και τον επέκρινε ωμά για την υπαναχώρησή του. Προειδοποίησε επίσης ότι, αν ναυαγούσε η Διάσκεψη εξαιτίας του, η Ελλάδα θα τερμάτιζε τη βοήθειά της προς τον κυπριακό αγώνα.

Στις 17.2.1959 άρχισε τις εργασίες της η Πενταμερής Διάσκεψη στο Λάνκαστερ Χάουζ. Πρόεδρος ήταν ο Άγγλος υπουργός Εξωτερικών Σέλγουιν Λόιντ. Στην αγγλική αντιπροσωπεία μετείχαν και ο υπουργός Αποικιών Άλαν Λένοξ-Μπόιντ και ο κυβερνήτης της Κύπρου σερ Χιου Φουτ. Στη Διάσκεψη μετείχαν επίσης οι αντιπροσωπείες: η τουρκική υπό τον υπουργό Εξωτερικών Φατίν Ζορλού, η ελληνική υπό τον υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ, η ελληνοκυπριακή υπό τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, που συνοδευόταν από τους συμβούλους του Ζήνωνα Ρωσσίδη και Γεώργιο Χρυσαφίνη και η τουρκοκυπριακή υπό τον Φαζίλ Κουτσιούκ, που συνοδευόταν από τους Ραούφ Ντενκτάς και Οσμάν Ορέκ. Στην πρώτη συνεδρία ο Μακάριος περιορίστηκε να αναφέρει ότι είχε επιφυλάξεις για ορισμένα σημεία και, χωρίς να τα κατονομάσει, ζήτησε να έχει επ’ αυτών ιδιαίτερες συνομιλίες με την τουρκοκυπριακή αντιπροσωπεία. Αυτές πραγματοποιήθηκαν αργότερα, αλλά απέβησαν άκαρπες.

Ύστερα από νέα συνάντησή τους στην ελληνική πρεσβεία με τον Αβέρωφ το πρωί της 18ης Φεβρουαρίου οι περισσότεροι σύμβουλοι του Μακαρίου πείστηκαν ότι θα ήταν καταστροφικό για την Κύπρο, αν ενεργούσαν αντίθετα με τις υποδείξεις του Εθνικού Κέντρου. Έτσι συμβούλεψαν τον Μακάριο, σε περίπτωση που κατά την Διάσκεψη δεν πετύχαινε να πείσει για την ανάγκη βελτίωσης των Συμφωνιών, να προχωρήσει στην υπογραφή τους. Ο δήμαρχος Λευκωσίας Θεμιστοκλής Δέρβης λίγους μήνες αργότερα εξήγησε ως εξής τη δική του μεταστροφή: «Οι λόγοι οι οποίοι επέδρασαν εις εμέ τουλάχιστον εις το να συμβουλεύσω αποδοχήν της συμφωνίας δεν ήσαν ο επαπειλούμενος δήθεν διαμελισμός της Κύπρου, αλλά το σκότιον σχέδιον της Αγγλικής Κυβερνήσεως … να επαναλάβη εκείνο το οποίον έπραξεν εις την Παλαιστίνην [να αποσυρθούν δηλαδή εις τας βάσεις των] και να μας αφήσουν ως σφάγιον - θύμα εις τας ορέξεις του τουρκικού πληθυσμού, ο οποίος ήτο πλήρως εξωπλισμένος, και εις την διάθεσιν των επικουρικών αστυνομικών. Οπότε ημείς θα επεριμέναμε βοήθειαν μόνον από την ΕΟΚΑ. Ήσαν δε έτοιμοι, ως επληροφορήθημεν να εισβάλουν εις Κύπρον και Τούρκοι αντάρται. Ότι τοιαύτα σχέδια είχεν η Αγγλική Κυβέρνησις μας το ωμολόγησε και ο Κυβερνήτης … τον Ιούνιον του 1958 ειπών ότι η Βρετανική Κυβέρνησις θα εγκατέλειπε την νήσον εις την τύχην της υποχωρούσα εις τας βάσεις της».

Κατά τη δεύτερη συνεδρία των πέντε αντιπροσωπειών το απόγευμα της 18ης Φεβρουαρίου 1959 ο Μακάριος, μεταφέροντας και τις απόψεις των συμβούλων του, δήλωσε ότι θεωρούσε άδικα και ανεφάρμοστα τα εξής σημεία των Συμφωνιών: την πρόνοια για ξεχωριστές πλειοψηφίες για έγκριση των φορολογικών νομοσχεδίων, την έκταση των veto του προέδρου και του αντιπροέδρου, την συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στην δημόσια υπηρεσία σε ποσοστό 30%, το δικαίωμα των Εγγυητριών Δυνάμεων για μονομερή επέμβαση. Ο Μακάριος ζήτησε βελτιώσεις στα σημεία αυτά καθώς και αλλαγές στην Συνθήκη Συμμαχίας. Δεν βρήκε υποστήριξη από κανέναν, ούτε από τον Αβέρωφ, ο οποίος δήλωσε ότι η Ελλάδα θα τιμούσε την υπογραφή της. Ο πρόεδρος της Διάσκεψης Σέλγουιν Λόιντ πίεσε τον Μακάριο να δηλώσει αν σκόπευε να υπογράψει τις Συμφωνίες ως είχαν. Ταυτόχρονα προειδοποίησε ότι σε αντίθετη περίπτωση θα κήρυσσε το ναυάγιο της Διάσκεψης. Ο Αρχιεπίσκοπος δήλωσε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει εκείνη την στιγμή, διότι αισθανόταν την ανάγκη να επικοινωνήσει με τους συμβούλους του. Ζήτησε αναβολή για την επόμενη μέρα, η οποία τελικά του δόθηκε.

Όταν ο Μακάριος ενημέρωσε το οιονεί εθνικό συμβούλιο για το εντελώς αρνητικό κλίμα που συνάντησε στη Διάσκεψη, οι περισσότεροι τον συμβούλεψαν ξανά να υπογράψει τις Συμφωνίες. Την θέση αυτή υποστήριξαν πιο έντονα οι Κιτίου Άνθιμος και Θεμιστοκλής Δέρβης, που μεταγενέστερα μετατράπηκαν σε σφοδρούς πολέμιους του Μακαρίου, κατηγορώντας τον ότι πρόδωσε την Ένωση. Μόνο οι Βάσος Λυσσαρίδης, Τάσσος Παπαδόπουλος, Γλαύκος Χρίστης και η ομάδα της Αριστεράς συμβούλεψαν το αντίθετο. Και άλλοι ακόμη παρότρυναν τον Μακάριο να υπογράψει, μεταξύ των οποίων και η βασίλισσα Φρειδερίκη με τηλεφώνημά της από την Αθήνα και ο αρχηγός του Εργατικού Κόμματος Χιου Γκέιτσκελ. Το βράδυ της 18ης Φεβρουαρίου ο Μακάριος διαβίβασε θετική απάντηση στον Σέλγουιν Λόιντ.

Ασφαλώς η υπογραφή των Συμφωνιών από τον Μακάριο έγινε αυτοβούλως και όχι λόγω των παροτρύνσεων των συμβούλων του ή των ποικίλων πιέσεων που δέχτηκε στο Λονδίνο. Είχε μεταβεί εκεί αποφασισμένος να παλέψει για βελτίωση των Συμφωνιών, αλλά και για να υπογράψει, ακόμη και σε περίπτωση που οι προσπάθειές του απέβαιναν άκαρπες. Είχε συνείδηση ότι η αποδοχή των Συμφωνιών με όλα τα σοβαρότατα μειονεκτήματά τους ήταν αδήριτη ανάγκη, διαφορετικά θα επιβαλλόταν πολύ χειρότερη λύση. Ταυτόχρονα όμως είχε τεράστιο πρόβλημα με τη συνείδησή του. Με την υπογραφή του θα δέσμευε τον Κυπριακό Λαό με μια Συνθήκη που περιείχε πολλές δυσμενείς πρόνοιες, με χειρότερες εκείνες που αφορούσαν τα επεμβατικά δικαιώματα της Τουρκίας και την εκ νέου παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στην Κύπρο. Στο Λονδίνο τις μέρες εκείνες ο Μακάριος πέρασε πραγματικά δραματικές στιγμές. Η κατηγορία ότι στο Λονδίνο ο Μακάριος έπαιξε θέατρο είναι άδικη, αν μη και κακόπιστη. Πριν ακόμη μεταβεί στο Λονδίνο, δύο φορές χρειάστηκε να καταβάλουν προσπάθειες ο Καραμανλής και οι διπλωμάτες Άγγελος Βλάχος και Δημήτρης Μπίτσιος για να πείσουν τον Μακάριο να μην εγείρει ζήτημα αναθεώρησης των Συνθηκών της Ζυρίχης στην Διάσκεψη του Λονδίνου. Είναι γεγονός ότι δύο φορές ο Μακάριος έδωσε υπόσχεση ότι δεν θα δημιουργούσε πρόβλημα, ταυτόχρονα όμως είχε καταστήσει γνωστό ότι θα συμβουλευόταν και αντιπροσωπευτικούς παράγοντες που θα μετακαλούσε από την Κύπρο. Παρά τις υποσχέσεις του, ενδομύχως δεν είχε παραιτηθεί από την πρόθεση να δώσει μάχη στη Διάσκεψη, για να πετύχει κάποιες βελτιώσεις. Και όταν οι σύμβουλοί του τάχτηκαν εναντίον των Συμφωνιών, παραμέρισε τις υποσχέσεις του προς τον Καραμανλή. Όπως ήταν επόμενο, δεν κατόρθωσε να αλλάξει οτιδήποτε, καταγράφηκε όμως τουλάχιστον στην Ιστορία ότι οι Συμφωνίες της Ζυρίχης έγιναν δεχτές λόγω αδήριτης ανάγκης και όχι χωρίς αντίδραση. Εξάλλου από την απεγνωσμένη προσπάθεια του Μακαρίου να διορθώσει κάποιες αδικίες προέκυψε και κάτι χρήσιμο. Οι Αβέρωφ και Ζορλού υποχρεώθηκαν να σχολιάσουν την Συνθήκη Εγγυήσεως και να διευκρινίσουν ότι, όταν συμφωνούσαν στο δικαίωμα των Εγγυητριών Δυνάμεων για επέμβαση, είχαν στον νου τους ένα ενδεχόμενο πραξικόπημα. Πάντως ο Μακάριος, αφού υπέγραψε, ανέλαβε πλήρως τις ευθύνες του. Στις 21.5.1959 δήλωσε: «Υπέγραψα την Συμφωνίαν του Λονδίνου εν πλήρει συνειδήσει των ευθυνών μου έναντι του Κυπριακού Λαού. Τυχόν ναυάγιον της επί του Κυπριακού Διασκέψεως του Λονδίνου εκ της αρνήσεως υπογραφής θα είχε καταστρεπτικάς συνεπείας διά το μέλλον της νήσου … Επειδή ελέχθη ότι υπέγραψα κατόπιν ισχυράς πιέσεως εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως, δηλώ ότι ουδεμία δύναμις εν τω κόσμω ήτο δυνατόν να με εξαναγκάση να υπογράψω συμφωνίαν, εάν επίστευα ότι αύτη ήτο αντίθετος προς το συμφέρον του Κυπριακού Λαού».

Η Διάσκεψη του Λονδίνου έληξε στις 19.2.1959 με την υπογραφή από τους πρωθυπουργούς της Βρετανίας Χάρολντ Μακμίλαν, της Ελλάδας Κωνσταντίνο Καραμανλή και της Τουρκίας Αντνάν ενός υπομνήματος με το οποίο δέχονταν ως «την συμπεφωνημένην βάσιν διά την τελικήν ρύθμισιν του Κυπριακού προβλήματος» όλα τα πιο κάτω κείμενα: Τα τρία πρώτα κείμενα που υπογράφηκαν στη Ζυρίχη στις 11.2.1959 από τον Έλληνα και τον Τούρκο πρωθυπουργό (όχι και η «Συμφωνία Κυρίων», η οποία παρέμεινε μυστική),«Δήλωσις της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου», που αναφερόταν στο καθεστώς των δύο κυρίαρχων βρετανικών βάσεων στις περιοχές Δεκέλεια και Ακρωτήρι στην νότια Κύπρο, Προσθήκη άρθρου στη Συνθήκη Εγγυήσεως μετά το άρθρο 2, «Δήλωσις των υπουργών Εξωτερικών Ελλάδας και Τουρκίας», με την οποία αναγνωρίζονται τα κυριαρχικά δικαιώματα της Βρετανίας επί των βάσεών της στην Κύπρο, «Δήλωσις του αρχιεπισκόπου Μακαρίου» και παρόμοια Δήλωση του Φαζίλ Κουτσιούκ, με τις οποίες δέχονταν τις Συμφωνίες Ζυρίχης και ό,τι άλλο είχε συμφωνηθεί στο Λονδίνο «ως την συμπεφωνημένην βάσιν διά την τελικήν ρύθμισιν του Κυπριακού προβλήματος», «Συμπεφωνημένα μέτρα διά την προετοιμασία των εν Κύπρω νέων διακανονισμών». Όλα τα πιο πάνω κείμενα αποτέλεσαν τις Συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου.

Βιβλιογραφία:

Αβέρωφ-Τοσίτσας, Ευάγγελος, Ιστορία Χαμένων Ευκαιριών, τ. 2. Εστία, Αθήνα 1982.

Αζίνας Ανδρέας, 50 χρόνια Σιωπής - Η Ώρα της Αλήθειας, τ. 2. Airwaves LTD, Λσία 2001.

Βλάχος Άγγελος, Δέκα Χρόνια Κυπριακού, Εστία, Αθήνα 1980.

Γρίβας-Διγενής Γεώργιος, Απομνημονεύματα Αγώνος ΕΟΚΑ, Ίδρυμα Στρατηγού Γεωργίου Γρίβα-Διγενή. Αθήνα 1984.

Ιεροδιακόνου Λεόντιος, Το Κυπριακό Πρόβλημα, Παπαζήσης, Αθήνα 1975.

Κληρίδης Γλαύκος, Η Κατάθεσή μου, τ. 1. Αλήθεια, Λευκωσία 1988.

Κρανιδιώτης Νίκος, Δύσκολα Χρόνια, Εστία, Αθήνα 1981.

Λάμπρου Γιάννης Κ., Ιστορία του Κυπριακού: Τα χρόνια μετά την Ανεξαρτησία, 1960-2008, Πάργα, Αθήνα 2008.

Μπίτσιος, Δημήτρης, Κρίσιμες Ώρες. Εστία, Αθήνα χ.χ. Παπαγεωργίου Σπύρος, Κυπριακή Θύελλα 1955 - 1959, Κ. Επιφανίου, Λευκωσία -Τα Κρίσιμα Ντοκουμέντα του Κυπριακού (1959 - 1967), τ. 1. Γ. Λαδιάς, Αθήνα 1983.

Παπαδημήτρης Π. - Πετρίδης, Ιστορική Εγκυκλοπαιδεία της Κύπρου, τ.12. Κ. Επιφανίου, Λευκωσία Παυλίδης Άντρος, Μακάριος, τ. 1. Χρ. Ανδρέου, Λευκωσία 1981.

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαιδεία, τ. 5. Λευκωσία. Φάντης Ανδρέας, Ο Ενταφιασμός (Ενός Γλυκύτατου Ονείρου) της Ένωσης, Λευκωσία 1995.

Χατζηβασιλείου Ευάνθης, Το Κυπριακό Ζήτημα 1878 -1 960: Η Συνταγματική Πτυχή. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998. Crawshaw Nancy, The Cyprus Revolt, George Allen and Unwin, London 1978.

Denktash Rauf R., The Cyprus Triangle, K. Roustem and G. Allen and Unwin, London 1982.

Foley Charles, The Memoirs of General Grivas, Longmans, London 1964.

Macmillan Harold, Riding the Storm, Μacmillan, London 1971.

 

Τα κείμενα που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα εκφράζουν τη γνώμη και τις σκέψεις των συγγραφέων και όχι αναγκαία τις αντιλήψεις ή το δόγμα του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση, αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική ή κατά παράφραση ή διασκευή - απόδοση του περιεχομένου (κείμενα ή φωτογραφίες) με οποιονδήποτε τρόπο, μηχανικό, ηλεκτρονικό, φωτοτυπικό ή άλλο, χωρίς τη γραπτή έγκριση ή άδεια του ΓΕΕΦ.