Σαν Σήμερα

22 Μαΐου

337  -  Ο Μέγας Κωνσταντίνος, θεμελιωτής της Ελληνικής Αυτοκρατορίας των Μέσων Χρόνων, πεθαίνει στην Νικομήδεια της Μικράς Ασίας. Λίγες ημέρες ενωρίτερα, προαισθανόμενος το τέλος του, είχε βαπτισθεί χριστιανός.

853  -  Ελληνικός Στόλος επιτίθεται κατά της Δαμιέτης κοντά στο Δέλτα του Νείλου και αναγκάζει τους Άραβες να εγκαταλείψουν την πόλη.

1794  -  Ο νεομάρτυρας Μήτρος Πελοποννήσιος αποκεφαλίζεται από τους τούρκους στην Τρίπολη.

1802  -  Ο νεομάρτυρας Ζαχαρίας αποκεφαλίζεται από τους τούρκους.

1807  -  Περιφανής νίκη Ελληνικών και ρωσικών πλοίων κατά του τουρκικού
    στόλου πλησίον της Νήσου Τενέδου.

1818  -  Οι τούρκοι αποκεφαλίζουν τον νεομάρτυρα Παύλο στην Τρίπολη.

1823  -  1.200 άνδρες, υπό τον αρμοστή της Κρήτης Μανώλη Τομπάζη και τον Βρετανό φιλέλληνα Άστιγξ, αποβιβάζονται στο Δραπανιά Χανίων, κοντά στο πολιορκούμενο Καστέλλι, και αναζωπυρώνουν την Επανάσταση στο νησί.

1825  -  Δολοφονείται στο Ναύπλιο, για οικογενειακούς λόγους, η ηρωίδα της Επαναστάσεως Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Η Μπουμπουλίνα είχε μυηθεί από νωρίς στην Φιλική Εταιρεία, ενώ κατά τον Αγώνα διέθεσε 3 εξοπλισμένα πλοία και σχημάτισε σώμα με το οποίο  πήρε μέρος σε πολλές μάχες στην ξηρά και στην θάλασσα.

1941  -  Βρετανική αντεπίθεση για την ανακατάληψη του αεροδρομίου Μάλεμε, αποτυγχάνει. Την νύχτα μοίρα του βρετανικού στόλου βυθίζει νηοπομπή με γερμανικά στρατεύματα, που κατευθυνόταν από την ηπειρωτική  Ελλάδα στην Κρήτη. Η γερμανική αεροπορία βυθίζει στα ύδατα της Κρήτης δύο αγγλικά καταδρομικά και ένα αντιτορπιλικό.

1955  -  Ωρολογιακή βόμβα κατά του Άγγλου κυβερνήτου της Κύπρου Αρμιτέιτζ τοποθετείται από τον αγωνιστή της ΕΟΚΑ Χαριλάου Ξενοφώντος στο κινηματοθέατρο "Παλλάς" της Λευκωσίας, αλλά η απόπειρα αποτυγχάνει.
 

Ο ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ Η ΚΥΠΡΟΣ

Σάββα Γιαλλουρίδη
 

Η Κύπρος, όταν ανέλαβε ο Μέγας Αλέξανδρος τη βασιλεία, στέναζε ήδη κάτω από τον περσικό ζυγό. Όταν ο Μακεδόνας στρατηλάτης ξεκίνησε την εκστρατεία για απελευθέρωση της Ιωνίας, οι Κύπριοι πολέμησαν στο πλευρό των Περσών. Η επιλογή τους αυτή ασφαλώς δεν ήταν εκούσια, αλλά επιβλήθηκε από τους Πέρσες δυνάστες. Είναι γνωστό ότι έγιναν προσπάθειες, ανεπιτυχείς, για την απελευθέρωση της Κύπρου, που είτε κατευθύνονταν από τους Ελλαδίτες (Παυσανίας, Χαριτιμίδης, Κίμων) είτε γίνονταν με πρωτοβουλία των Κυπρίων (Ονήσιλος, Ευαγόρας). Ανασταλτικός παράγοντας στην απεξάρτηση από τους Πέρσες, υπήρξε και ο οξύτατος εμπορικός και οικονομικός ανταγωνισμός Φοινίκης και Κύπρου και η μεταξύ τους εχθρότητα, που δεν επέτρεπαν τη σύμπραξή τους για διεξαγωγή κοινού αγώνα για ελευθερία.

Ο κυπριακός στόλος βρισκόταν κάτω από τη γενική διοίκηση των Περσών ναυάρχων Φαρνάβαζου και Αυτοφραδάτη. Των κυπριακών πλοίων ηγούντο οι Κύπριοι βασιλείς. Ενώ ο στρατός του Αλεξάνδρου προωθείτο στα βάθη της Μικράς Ασίας, ο περσικός στόλος δρούσε πετυχημένα στα νησιά του Αιγαίου πελάγους και στον Ελλήσποντο. Όμως ο Δαρείος, θέλοντας να αποκοπεί η προέλαση του Αλεξάνδρου στη Συρία, έδωσε εντολή να μειωθούν οι ναυτικές επιχειρήσεις. Μάλιστα σε σύσκεψη των στρατιωτικών διοικητών αποφασίστηκε να δοθεί η μάχη στη Συρία, πριν ο Αλέξανδρος κυριαρχήσει σε όλη την Εγγύς Ανατολή. Αυτή η απόφαση ήταν απόλυτα λανθασμένη, γιατί στέρησε από τους Πέρσες βαθμιαία την κυριαρχία τους στη θάλασσα.

Μετά την ήττα του Δαρείου στην Ισσό (333 π.Χ.) τόσο οι Κύπριοι βασιλείς, όσο και οι κυβερνήτες των φοινικικών πλοίων, παραδόθηκαν εθελοντικά στον Αλέξανδρο. «Στον Αλέξανδρο όμως φάνηκε καλό να κυριαρχήσει στα παράλια. Την Κύπρο λοιπόν του την παραχώρησαν αμέσως οι βασιλείς, αφού ήλθαν σ΄ αυτόν, μαζί με την Φοινίκη, με εξαίρεση την Τύρο» (Αρρ. Αλέξανδρος, 24,4) «Λίγο αργότερα έφθασαν στη Σιδώνα και οι βασιλείς της Κύπρου, με εκατόν είκοσι πλοία περίπου, γιατί φοβήθηκαν επειδή έμαθαν την ήττα στην Ισσό και την κατάληψη όλης της Φοινίκης από τον Αλέξανδρο. Όλους αυτούς ο Αλέξανδρος τους συγχώρησε για την προηγούμενη στάση τους. Φαινόταν ότι περισσότερο εξαναγκάστηκαν παρά συμφώνησαν να ενταχθούν στο περσικό ναυτικό» (Αρρ. Αλεξάνδρου Ανάβασις, II, 20). Ο ίδιος ο Αλέξανδρος κατανοούσε απόλυτα τόσο τη στρατηγική σημασία της Κύπρου, όσο και την αναγκαιότητα ένταξης του κυπριακού στόλου στη δύναμή του, ώστε να ανατραπεί η ισορροπία δυνάμεων στη θάλασσα και να καταληφθεί η Τύρος, «η βασίλισσα της θάλασσας».


Η κατάκτηση της Τύρου, του τελευταίου φρουρίου της Μεσογείου, θα εξουδετέρωνε την περσική κυριαρχία στη θάλασσα και θα επέφερε αποφασιστικό πλήγμα στις αντιμακεδονικές δυνάμεις της Κύπρου και της Σπάρτης, που ενισχύονταν από το εξωτερικό για εξέγερση. Ο Αλέξανδρος γνώριζε καλά πως η Τύρος είχε μια σειρά πλεονεκτήματα μέσα στην περσική αυτοκρατορία: τοπική αυτοδιοίκηση, δικαίωμα για κόψιμο νομισμάτων, συγκέντρωση όλου του εμπορίου της Μεσογείου προς την εγγύς Ανατολή. Διέβλεπε λοιπόν ότι ήταν αμφίβολο ότι θα παραδινόταν με τη θέλησή της.

Στον δρόμο για την Τύρο συνάντησε πρεσβεία επιφανών κατοίκων της με επικεφαλής τον γιο του βασιλιά των Τυρέων Αζέμιλκο. Ο Αλέξανδρος ζήτησε από την πρεσβεία να γυρίσει πίσω και να μεταφέρει στους συμπολίτες της ότι θέλει να επισκεφθεί την πόλη τους και να θυσιάσει στον Τύριο Ηρακλή. Έτσι θα προδιέθετε ευνοϊκά τους κατοίκους της ότι σέβεται τη θεότητα τους αλλά ταυτόχρονα θα εισερχόταν με τον στρατό του την πόλη. Οι Τύριοι όμως αποφάσισαν να ικανοποιήσουν όλα τα άλλα αιτήματά του αλλά να μην δεχτούν ούτε Πέρση ούτε Μακεδόνα στην πόλη. Στην πραγματικότητα ήθελαν να καθυστερήσουν τον Αλέξανδρο και να δώσουν τη δυνατότητα στους Πέρσες να προετοιμαστούν για πόλεμο (Διοδ., XVII, 40,3). Τότε ο Αλέξανδρος εξοργισμένος ανακοίνωσε στους πρέσβεις: «ή θα με αφήσετε να μπω στην πόλη ή θα την πάρω δυναμικά» (Κουρτ., IV,2,5) Μετά κάλεσε σύσκεψη στην οποία πήραν μέρος οι σύντροφοί του, οι αρχηγοί της στρατιάς, οι αρχηγοί των ταγμάτων και οι ίλαρχοι.


«Φίλοι και σύμμαχοι, βλέπω ότι η πορεία μας προς
την Αίγυπτο δεν είναι ασφαλής, όσο οι Πέρσες επικρατούν
στη θάλασσα. Ούτε είναι ασφαλές να συνεχίσουμε την
καταδίωξη του Δαρείου, όσο έχουμε πίσω μας την αφε-
ρέγγυα πόλη της Τύρου και οι Πέρσες κατέχουν την
Κύπρο και την Αίγυπτο. Θα έχουμε προβλήματα κυρίως
στην Ελλάδα. Αν οι Πέρσες επανακτήσουν την κυριαρχία
των παραλίων, ενώ εμείς θα προχωρούμε εναντίον της
Βαβυλώνας και του Δαρείου, θα μεταφέρουν με μεγαλύ-
τερες δυνάμεις τον πόλεμο στην Ελλάδα. Εκεί από τη μια
η Σπάρτη μας πολεμά ανοιχτά, και από την άλλη την Αθήνα
την ελέγχουμε προς το παρόν περισσότερο εξαιτίας του
φόβου της και λιγότερο επειδή μας συμπαθεί. Αν όμως
καταστρέψουμε την Τύρο, όχι μόνο θα επικρατήσουμε σε
ολόκληρη τη Φοινίκη, αλλά και το σημαντικότερο και πιο
αξιόμαχο κομμάτι του περσικού ναυτικού, το φοινικικό,
θα περάσει προφανώς στα χέρια μας. Γιατί οι Φοίνικες
κωπηλάτες και ναύτες δεν θα ανεχτούν, όσο οι πόλεις τους
είναι στα χέρια μας, να διακινδυνεύουν στη θάλασσα για
άλλους. Μετά από αυτά και η Κύπρος θα περάσει εύκολα
στο πλευρό μας, ή επίσης εύκολα θα καταληφθεί. Αν
διασχίζουμε τη θάλασσα με τα φοινικικά και τα μακεδο-
νικά πλοία και κατέχουμε την Κύπρο, θα είμαστε σίγουροι
κυρίαρχοι της θάλασσας και θα διευκολυνθεί τελικά η
εκστρατεία μας στην Αίγυπτο. Κι αν πάρουμε την Αίγυ-
πτο, δεν θα υπάρχει λόγος ν΄ανησυχούμε για όσα συμβαί-
νουν στην Ελλάδα και στην ιδιαίτερη πατρίδα μας. Θα
συνεχίσουμε την εκστρατεία προς τη Βαβυλώνα με τον
τόπο μας ασφαλή, με μεγαλύτερο κύρος και έχοντας απο-
κόψει τους Πέρσες από τη θάλασσα και από όλη την
περιοχή από αυτή την πλευρά του Ευφράτη».


Με τον λόγο του ο Αλέξανδρος αναγνώριζε τη στρατηγική σημασία της Κύπρου, της Αιγύπτου και της Τύρου. Θεωρούσε ότι η κατάληψη της Τύρου θα του επέτρεπε να κυριαρχήσει απόλυτα στη θάλασσα, να καταλάβει , αν χρειαζόταν, με ευκολία την Κύπρο, να κυριεύσει την Αίγυπτο, και έπειτα, αφού πεισθεί για τη σταθερότητα των μετόπισθεν, να προελάσει προς τη Βαβυλώνα.


Οι οχυρώσεις της πόλης φαίνονταν απόρθητες, αλλά ο Αλέξανδρος ήταν αποφασισμένος να την καταλάβει. Οι Τύριοι πλεονεκτούσαν στη θάλασσα, γιατί οι Πέρσες ήταν ακόμα θαλασσοκράτορες και οι ίδιοι είχαν αρκετά πλοία. Ο Αλέξανδρος αποφάσισε να φτιάξει ένα μόλο (πέρασμα) από την στεριά στην πόλη, που τις χώριζε μια απόσταση περίπου μισού μιλίου. Όσο η πρόσχωση βρισκόταν κοντά στη στεριά, το έργο προχωρούσε εύκολα, γιατί τα νερά ήταν ρηχά. Όταν όμως πλησίασαν στα βαθιά (και , βέβαια, πιο κοντά στην πόλη) βάλλονταν από τα τείχη και είχαν απώλειες. Ακόμη οι Τύριοι έπλεαν με τις τριήρεις τους γύρω από την πρόσχωση και παρενοχλούσαν τους κτίστες.

Σ΄ αυτές τις τακτικές ο Αλέξανδρος απάντησε κτίζοντας δύο πύργους στην άκρη της πρόσχωσης, που είχε ήδη προχωρήσει αρκετά μέσα στη θάλασσα και τοποθέτησε εκεί πολιορκητικές μηχανές. Μπροστά τους έβαλε δερμάτινα προπετάσματα, για να προστατεύσει τους πύργους από τα πυρφόρα βέλη που έριχναν οι Τύριοι από το τείχος, αλλά και τους εργαζόμενους. Συγχρόνως, όσοι Τύριοι προσπαθούσαν να χτυπήσουν αυτούς που κατασκεύαζαν την πρόσχωση με επιδρομές από τα πλοία, αντιμετώπιζαν τις πυκνές εκτοξεύσεις βαρέων βλημάτων από τους καταπέλτες, που βρίσκονταν στους δύο πύργους.


Οι Τύριοι ανταπάντησαν με τη δημιουργία ενός πυρπολικού. Πήραν ένα μεγάλο πλοίο, το γέμισαν με ξερά κλήματα, εύφλεκτα ξύλα, πίσσα, θειάφι και οτιδήποτε άλλο εύφλεκτο υλικό. Διπλές κεραίες δέθηκαν στους ιστούς και σ΄ αυτές κρεμάστηκαν μεγάλα καζάνια γεμάτα λάδι, ώστε να ενισχυθεί η φωτιά. Έβαλαν ακόμη σαβούρα στην πρύμνη, για να πιεσθεί και να σηκωθεί ψηλά η πλώρη και η άκρη της να ξεπερνά το ύψος της πρόσχωσης και να βρίσκεται κοντά στη βάση των πύργων. Μόλις φύσηξε άνεμος προς την πρόσχωση (μόλο) έριξαν το πλοίο στη θάλασσα και το ρυμουλκούσαν με τριήρεις, οι οποίες το κόλλησαν στην άκρη της πρόσχωσης. Το πλήρωμα του πλοίου, που ήδη καιγόταν, βούτηξε στη
θάλασσα. Οι πύργοι πήραν φωτιά, οι κεραίες έσπασαν και τα εύφλεκτα υλικά χύθηκαν. Τα πληρώματα των τριήρων πήραν θέση κοντά στο μόλο κι έριχναν με τα τόξα τους εναντίον των στρατιωτών του Αλεξάνδρου που προσπαθούσαν να πλησιάσουν τους πύργους, για να σβήσουν τη φωτιά. Κι ενώ οι πύργοι καίγονταν, πολλοί από την πόλη έκαναν έξοδο και με μικρές βάρκες πλησίασαν από όλες τις πλευρές την πρόσχωση και κατέστρεψαν τα χαρακώματα και έκαψαν όλες τις πολιορκητικές μηχανές που δεν είχαν πάρει φωτιά από το πυρπολικό πλοίο.


Ο Αλέξανδρος βλέποντας τα σχέδιά του να ανατρέπονται, έδωσε διαταγή να διαπλατυνθεί η πρόσχωση, για να χωρούν περισσότεροι πύργοι και να κατασκευασθούν περισσότερες πολιορκητικές μηχανές. Ενώ γίνονταν αυτές οι προετοιμασίες, πήρε ένα απόσπασμα υπασπιστών του και ελαφρών πεζών Αγριάνων και πήγε στη Σιδώνα, για να συγκεντρώσει τις τριήρεις που είχε εκεί, γιατί έκρινε ότι η πολιορκία θα ήταν πιο δύσκολη, όσο οι Τύριοι επικρατούσαν στη θάλασσα.


Στο μεταξύ οι ναυτικοί διοικητές των φοινικικών πόλεων της Αράδου και της Βύβλου, όταν έμαθαν ότι οι πόλεις τους είχαν καταληφθεί από τον Αλέξανδρο εγκατέλειψαν τον Πέρση ναύαρχο Αυτοφραδάτη και ένωσαν τη ναυτική τους δύναμη με το στόλο του Αλέξανδρου. Τους ακολούθησαν οι τριήρεις των Σιδωνίων. Έτσι γύρω στις ογδόντα τριήρεις φοινικικές πέρασαν με το μέρος του Αλέξανδρου. Έφθασαν ακόμη 10 τριήρεις από τη Ρόδο, τρεις από τους Σόλους και το Μαλλό, 10 από τη Λυγία και μια πεντηκόντορος από τη Μακεδονία. Λίγο αργότερα έφθασαν στη Σιδώνα και οι βασιλείς της Κύπρου, με εκατόν είκοσι πλοία περίπου και προσχώρησαν εθελοντικά στον Αλέξανδρο εγκαταλείποντας το Φαρνάβαζο.


Αναμφίβολα τις κυπριακές και τις φοινικικές πόλεις της βάραινε η εξάρτηση από
τους Πέρσες, όμως η μεταξύ τους εχθρότητα και ο οξύτατος εμπορικός του ανταγωνισμός έκαναν αδύνατη τη σύμπραξή τους για τον κοινό αγώνα ενάντι στους Πέρσες. Τώρα, όμως, τους δόθηκε η ευκαιρία να ενταχθούν κάτω από τη κοινή διοίκηση του Αλέξανδρου, ο οποίος βρέθηκε να κατέχει ισχυρότατο στόλο Επιπλέον ο Κλέανδρος ο Πολεμοκράτους, που είχε σταλεί στην Πελοπόννησο έφερε στη Σιδώνα τέσσερις χιλιάδες μισθοφόρους. Έτσι ο Αλέξανδρος ήταν πι καλά προετοιμασμένος για την τελική αναμέτρηση, αφού η ισορροπία δυνάμεω στη θάλασσα είχε ανατραπεί με την προσθήκη του κυπριακού και φοινικικο στόλου.


Όμως οι Τύριοι, που αντιλήφθηκαν τη ναυτική υπεροχή του στόλου του απέφευγαν τη ναυμαχία σε ανοικτή θάλασσα και περιορίσθηκαν στην προστασί των εισόδων των δύο λιμανιών, που έβλεπαν προς βορρά και νότο. Ο Αλέξανδρος, διαπιστώνοντας ότι οι είσοδοι ήταν αποκλεισμένες από μια γραμμ τριήρων που είχαν στραμμένα τα έμβολα εναντίον του, δεν αποπειράθηκε να εκβιάσει αμέσως την είσοδο του στην πόλη.


«Μόλις συγκεντρώθηκε ο στόλος, ο Αλέξανδρος επιβίβασε στα πλοία όσους υπασπιστές φαίνονταν ικανοί γι΄ αυτό το έργο, για την περίπτωση δηλαδή που η σύγκρουση θα εξελισσόταν σε μάχη σώμα με σώμα και όχι σε απόπειρα διάσπασης της παράταξης των πλοίων, και απέπλευσε από τη Σιδώνα εναντίον της Τύρου με τα πλοία παραταγμένα. Ο ίδιος βρισκόταν στη δεξιά παράταξη, που έβλεπε προς την ανοιχτή θάλασσα και είχε μαζί του τους βασιλείς των Κυπρίων και όλους τους Φοίνικες, εκτός από τον Πνυταγόρα. Αυτός, μαζί με τον Κρατερό, διοικούσαν ολόκληρη την αριστερή παράταξη. Οι Τύριοι εν τω μετα- ξύ είχαν αποφασίσει από πριν να ναυμαχήσουν, αν ο Αλέξανδρος τους επιτεθεί από τη θάλασσα. Δεν είχαν μάθει ακόμη ότι ο Αλέξανδρος είχε πάρει με το μέρος του τα κυπριακά και όλα τα φοινικικά πλοία. Τα πλοία του Αλέξανδρου τώρα, λίγο πριν πλησιάσουν την πόλη κι ενώ βρίσκονταν ακόμη μεσοπέλαγα, πήραν τέτοια θέση, ώστε να προκαλέσουν τους Τύριους σε ναυμαχία και, χωρίς να ξαναμπούν στην κανονική τους σειρά, προχωρούσαν χτυπώντας δυνατά τα κουπιά στα κύματα. Μόλις λοιπόν οι Τύριοι είδαν το απρόσμενα μεγάλο πλήθος των καραβιών και την παράταξη τους, αποφάσισαν τελικά να μη ναυμαχήσουν. Χρησιμοποίησαν όσες από τις τριήρεις τους χωρούσαν στο στόμιο των λιμανιών τους, για να τα φράξουν και να μην μπορέσει ο εχθρικός στόλος να προσορμιστεί σε κανένα από αυτά. Όταν ο Αλέξανδρος είδε ότι οι Τύριοι δεν πολεμούν, έπλευσε εναντίον της πόλης. Αποφάσισε να μην προσπαθήσει να μπει στο λιμάνι, που βρισκόταν προς το μέρος της Σιδώνας, γιατί το στόμιο ήταν στενό και η είσοδος φραγμένη από πολλές τριήρεις με την πλώρη προς τα έξω. Οι Φοίνικες εμβόλισαν στην πλώρη τρία καράβια από αυτά που βρίσκονταν έξω και τα βύθισαν. Τα πληρώματα κολύμπησαν εύκολα μέχρι τη φιλική στεριά. Τότε, τα πλοία του Αλεξάνδρου άραξαν στην παραλία, κοντά στην τεχνητή πρόσχωση, όπου το μέρος έδειχνε απάνεμο. Την επόμενη μέρα, ο Αλέξανδρος διέταξε τον Κύπριο ναύαρχο Ανδρόμαχο να επιτεθεί με τα καράβια του στην πόλη από το λιμάνι που βρισκόταν προς το μέρος της Σιδώνας. Διέταξε επίσης τους Φοίνικες να επιτεθούν προς το λιμάνι που βρισκόταν από την άλλη πλευρά της πρόσχωσης προς την Αίγυπτο, όπου βρισκόταν και η σκηνή του»
(Αρρ. Αλ΄λεξανδρος ΙΙ,20,21)


Στο μεταξύ ο Αλέξανδρος είχε συγκεντρώσει πολλούς μηχανοποιούς από τη Φοινίκη και την Κύπρο, οι οποίοι κατασκεύασαν πάρα πολλές πολιορκητικές μηχανές. Αυτές τις εγκατέστησε στο μόλο, στα καράβια που μετέφεραν ιππικό και σε αργοτάξιδες τριήρεις, που ο Αλέξανδρος είχε διατάξει να αγκυροβολήσουν περιμετρικά της πόλης.


«Οι Τύριοι έστησαν πύργους στις επάλξεις που βρίσκο-
νταν προς το μόλο, για να αμύνονται από ΄κει. Σ΄ όποιο
άλλο σημείο πλησίαζαν οι μηχανές αμύνονταν με τοξεύ-
ματα και πυρφόρα βέλη, ώστε οι Μακεδόνες να φοβηθούν
να πλησιάσουν το τείχος. Τα τείχη της Τύρου ήταν φτιαγ-
μένα με μεγάλες πέτρες συγκολλημένες με γύψο. Στο
σημείο που βρισκόταν ο μόλος, είχαν ύψος γύρω στα
εκατόν πενήντα πόδια και ανάλογο πλάτος. Τα ιππαγω-
γά πλοία και οι τριήρεις των Μακεδόνων που έφερναν τις
μηχανές κοντά στο τείχος δεν μπορούσαν να πλησιάσουν
την πόλη σ΄ αυτό το σημείο. Τους εμπόδιζαν να έρθουν
κοντά, ρίχνοντας στη θάλασσα. μεγάλες πέτρες από τα τείχη.

Ο Αλέξανδρος αποφάσισε να βγάλει τις πέτρες
από τη θάλασσα. δύσκολη επιχείρηση, γιατί γινόταν
από τα καράβια και όχι από στέρεο έδαφος. Εξάλλου, οι
Τύριοι προστάτευαν τα πλοία τους, έκοβαν τα σκοινιά των
αγκυρών των ελληνικών πλοίων και έκαναν αδύνατη την
προσόρμισή τους. Ο Αλέξανδρος προστάτεψε με τον ίδιο
τρόπο πολλές τριακοντόρους, τοποθετώντας τις λοξά,
μπροστά από τις άγκυρες, ώστε να αποκρούεται η επίθε-
ση των εχθρικών πλοίων. Αλλά και έτσι έκοβαν τα σκοινιά
δύτες. Τότε, οι Μακεδόνες χρησιμοποίησαν αλυσίδες, αντί
για σκοινιά στις άγκυρες και τις χαμήλωσαν τόσο, ώστε
να μην μπορούν να κάνουν πια τίποτα οι κολυμβητές.
Έριξαν θηλιές από τον μόλο και τράβηξαν τις πέτρες
από τη θάλασσα. με τις μηχανές τις έριξαν στα βαθιά
νερά απ΄ όπου δεν μπορούσαν πια να τους βλάψουν. Εκεί
που το τείχος είχε αδειάσει από τους υπερασπιστές του,
ήδη πλησίαζαν τα καράβια.

Οι Τύριοι, πιεσμένοι από παντού, αποφάσισαν να επιτε-
θούν με τα πλοία στα κυπριακά καράβια, που έκλειναν το
λιμάνι προς την πλευρά της Σιδώνας. Από πολύ πριν είχαν
κρύψει με κατάρτια το στόμιο του λιμανιού, για να μη
φαίνεται η επάνδρωση των τριήρων. Κατά το μεσημέρι,
που οι ναύτες είχαν σκορπίσει για ανεφοδιασμό και ο
Αλέξανδρος είχε αφήσει τον στόλο στην άλλη πλευρά
της πόλης για να πάει στη σκηνή του, επάνδρωσαν τρεις
πεντήρεις [πλοία με πέντε σειρές κουπιά], άλλες τόσες
τετρήρεις [πλοία με τέσσερις σειρές κουπιά] και επτά
τριήρεις με τα πιο έξυπνα, τα πιο αξιόμαχα και τα πιο
θαρραλέα στις ναυμαχίες πληρώματά τους. Στην αρχή,
ξεκίνησαν αθόρυβα, το ένα πλοίο πίσω από το άλλο, κω-
πηλατώντας χωρίς παραγγέλματα».


Έτσι κατόρθωσαν να αιφνιδιάσουν οι Τύριοι τους αντιπάλους τους και να βυθίσουν την πεντήρη του βασιλιά της Σαλαμίνας Πνυταγόρα και τις πεντήρεις του Ανδροκλή και του Πασικράτη των βασιλέων της Αμαθούντας και του Κουρίου αντίστοιχα. Άλλα κυπριακά πλοία αναγκάστηκαν να εξωκείλουν και διαλύθηκαν στους βράχους της ακτής. Μόλις ο Αλέξανδρος πληροφορήθηκε την επίθεση των Τυρίων έδωσε εντολή στα πληρώματα να επιβιβασθούν στα πλοία και να αποκλείσουν το νότιο λιμάνι, ενώ ο ίδιος με λίγες πεντήρεις και πέντε τριήρεις περιέπλευσε την πόλη και καταβύθισε τα περισσότερα καράβια των Τυρίων που είχαν διασπάσει τον αποκλεισμό των Ελλήνων.


Οι Μακεδόνες στη συνέχεια μετέφεραν πολιορκητικές μηχανές κοντά στο τείχος. Όμως, επειδή αυτό ήταν αρκετά ισχυρό, οι προσπάθειες για κατακρήμνισή του ήταν αναποτελεσματικές. Μόνο στο νότιο τμήμα του δημιουργήθηκε ένα μικρό ρήγμα, στο οποίο οι επιτιθέμενοι προσάρμοσαν γέφυρες για να περάσουν αλλά αντιμετωπίστηκαν εύκολα από τους αμυνόμενους.


Ο Αλέξανδρος περίμενε δύο μέρες να πέσει ο άνεμος.
«Την τρίτη ημέρα, παρακίνησε τους αρχηγούς των ταγμά-
των σε δράση και επιτέθηκε στην πόλη με τις μηχανές που
βρίσκονταν πάνω στα πλοία. Στην αρχή κλόνισε ένα
μεγάλο κομμάτι του τείχους,. μόλις φάνηκε το πλάτος
του ρήγματος διέταξε τα μηχανοφόρα πλοία να γυρίσουν
πίσω. Ήρθαν άλλα δύο φέρνοντας τις γέφυρες, που είχε
σκοπό να προσαρμόσει στο ρήγμα. Το ένα πλοίο επανδρώ-
θηκε με τους υπασπιστές και είχε καπετάνιο τον Άδμητο,
το άλλο με το τάγμα του Κοίνου, που επονομαζόταν
"πεζέταιροι". Ο Αλέξανδρος ήθελε να σκαρφαλώσει ο
ίδιος στο τείχος μαζί με τους υπασπιστές του, όπου ήταν
πρακτικά δυνατό. Διέταξε μερικές τριήρεις να επιτεθούν
και στα δύο λιμάνια, για να κατορθώσουν να μπουν, όσο οι
Τύριοι θα ήταν απασχολημένοι με τον ίδιο. Διέταξε ακόμη
τις τριήρεις, που μετέφεραν τοξότες ή βέλη που ρίχνονταν
από μηχανές, να περιπλεύσουν το τείχος, να ρίχνουν άγκυ-
ρα, όπου ήταν δυνατό και να παραμένουν σε απόσταση βολής,
όπου δεν είναι δυνατόν να προσαράξουν.


Μόλις τα πλοία του Αλέξανδρου πλησίασαν στην πόλη, έριξε τις γέφυρες στο τείχος και οι υπασπιστές άρχισαν να αναβαίνουν με παλικαριά. Ο Άδμητος έδειξε τότε μεγάλη ανδρεία. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο Αλέξανδρος τους συντρόφευε, συμμετέχοντας ενεργά στην επιχείρηση και παρατηρώντας τους άλλους, για να δει κάποιο λαμπρό και παράτολμο κατόρθωμα. Το πρώτο τμήμα του τείχους που καταλήφθηκε ήταν εκεί που πολεμούσε ο Αλέξανδρος. Οι Τύριοι αποκρούστηκαν εύκολα σ΄ αυτό το σημείο, γιατί για πρώτη φορά οι Μακεδόνες βρήκαν σίγουρη και λιγότερο απότομη πρόσβαση. Ο Αδμητος σκαρφάλωσε πρώτος στο τείχος και κάλεσε τους άνδρες του να τον ακολουθήσουν. Εκεί όμως χτυπήθηκε από λόγχη και σκοτώθηκε. Ο Αλέξανδρος τον ακολούθησε και κατέλαβε το τείχος με τους εταίρους. Πήρε στην κατοχή του μερικούς πύργους και μεταπύργια και κινήθηκε, μέσω των επάλξεων, προς το παλάτι. του φαινόταν ότι από κει ήταν ο πιο εύκολος δρόμος για να κατεβεί στην πόλη.


Οι Φοίνικες προς το λιμάνι που έβλεπε στην Αίγυπτο (όπου κατά τύχη είχαν τη βάση τους), έσπασαν τα κλείθρα και κατέστρεψαν τα πλοία των Τυρίων στο λιμάνι χτυπώντας μερικά με λίθους από τους καταπέλτες και σπρώχνοντας άλλα στη στεριά. Οι Κύπριοι μπήκαν στο άλλο λιμάνι, που έβλεπε προς τη Σιδώνα και που δεν είχε κλείθρο και κατέλαβαν αμέσως εκείνο το τμήμα της πόλης. Το μεγαλύτερο μέρος των Τυρίων εγκατέλειψε το τείχος, μόλις είδε ότι κυριεύτηκε. Συγκεντρώθηκαν όμως στο λεγόμενο Αγηνόριο και γύρισαν να αντισταθούν στους Μακεδόνες. Ο Αλέξανδρος προχώρησε εναντίον τους με τους υπασπιστές του, σκότωσε μερικούς απ΄ αυτούς που πολεμούσαν εκεί και καταδίωξε τους φυγάδες. Έγινε μεγάλη σφαγή. όσοι έρχονταν από το λιμάνι είχαν ήδη καταλάβει την πόλη και το τάγμα του Κοίνου είχε μπει κιόλας μέσα. Οι Μακεδόνες ορμούσαν παντού αγανακτισμένοι. είχαν οργιστεί με την καθυστέρηση της πολιορκίας και, πέρα απ΄ αυτό, οι Τύριοι είχαν πιάσει μερικούς δικούς τους, τους ανέβασαν στο τείχος, σε σημείο απ΄ όπου μπορούσαν να τους δουν από το στρατόπεδο, τους έσφαξαν και τους πέταξαν στη θάλασσα. Σκοτώθηκαν οκτώ χιλιάδες περίπου Τύριοι. Από τους Μακεδόνες τώρα, στην επίθεση εναντίον του τείχους, σκοτώθηκε ο Άδμητος, ο πρώτος που το πάτησε, φανερώνοντας την ανδρεία του και μαζί του είκοσι υπασπιστές. Σ΄ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας σκοτώθηκαν περίπου τετρακόσιοι Μακεδόνες».
(Αρρ. Αλέξανδρος, ΙΙ,23,24)


Μέσα στην πόλη, τη στιγμή της άλωσης, υπήρχαν αρκετοί Καρχηδόνιοι που είχαν έρθει στη μητρόπολή τους για να αποδώσουν τιμές στο θεό Μέγκαρτ (το φοινικικό Ηρακλή). Αυτοί κατέφυγαν στο ιερό του, όπως και οι άρχοντες των Τυρίων και ο βασιλιάς τους Αζέμιλκος. Ο Αλέξανδρος τους χάρισε τη ζωή. Τους υπόλοιπους Τύριους και ξένους, περίπου 30 χιλιάδες τους πώλησε ως δούλους. Έτσι έληξε η πολιορκία της Τύρου που διήρκεσε από τον Ιανουάριο ως τον Ιούλιο του 332 π.Χ. Η συμβολή της Κύπρου αλλά και της Φοινίκης στην κατάληψη της Τύρου, μετά από επτάμηνη πολιορκία, ήταν αποφασιστικής σημασίας, γιατί ο Αλέξανδρος ολοκλήρωσε την κατάκτηση της Φοινίκης, κατόρθωσε να κυριαρχήσει στη θάλασσα, κυρίευσε την Αίγυπτο και κινήθηκε απερίσπαστος ενάντια στη Βαβυλώνα.


Έτσι η Κύπρος απέκτησε την ελευθερία της και την αυτονομία της. Ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες των Κυπρίων βασιλέων ο Αλέξανδρος τους πρόσφερε δώρα. Όπως αναφέρει ο Αθήναιος περισσότερο από όλους τίμησε τον Πνυταγόρα, το βασιλιά της Σαλαμίνας, στον οποίο πρόσφερε διάφορα δώρα καθώς και την Ταμασσό. Εξάλλου ο βασιλιάς του Κιτίου Πουμιάθων έκανε δώρο στην Αλέξανδρο ένα πολεμικό μαχαίρι, το οποίο όπως μας πληροφορεί ο Πλούταρχος το είχε μαζί του ο Μακεδόνας στρατηλάτης στη μάχη στα Γαυγάμηλα. «Το μαχαίρι του που είχε υπέροχο χρώμα και ήταν ελαφρό, του το δώρισε ο βασιλιάς των Κιτιέων και το είχε γιατί είχε εξασκηθεί να χρησιμοποιεί πολύ το μαχαίρι στις μάχες» (Πλουτ, Αλέξανδρος 32,10)

Οι Κύπριοι βασιλείς υπήρξαν επίσης χορηγοί τραγωδιών που παίζονταν είτε για να ψυχαγωγηθεί ο στρατός του Αλεξάνδρου είτε για να τιμηθούν οι Θεοί. «Όταν είχε επιστρέψει από την Αίγυπτο στη Φοινίκη (331π.Χ), τίμησε τους θεούς με θυσίες, πομπές και με αγώνες κυκλικών χωρών και τραγωδιών, που έγιναν λαμπροί όχι μόνο για τις προετοιμασίες τους αλλά για τον συναγωνισμό. Γιατί οι βασιλείς των Κυπριών είχαν τη χορηγία, όπως ακριβώς στην Αθήνα όσοι εκλέγονταν από τις φυλές και διαγωνίζονταν ο ένας με τον άλλο με εκπληκτική φιλοδοξία. Και διαγωνίστηκαν κυρίως ο Νικοκρέων από τη Σαλαμίνα (είχε διαδεχθεί τον Πνυταγόρα που είχε πεθάνει) και Πασικράτης από τους Σόλους. Γιατί αυτοί κληρώθηκαν να χορηγήσουν τους πιο ένδοξους υποκριτές. Ο Πασικράτης τον Αθηνόδωρο και ο Νικοκρέων το Θεσσαλό».


Μετά την κατάληψη της Τύρου Αλέξανδρος πληροφορήθηκε ότι έγινε κίνημα στην Πελοπόννησο εναντίον του. Έτσι έστειλε εναντίον των κινηματιών τον Αμφοτερό και διέταξε του Κυπρίους και τους Φοίνικες να δώσουν εκατό πλοία, για να μπορέσει να καταπνίξει την εξέγερση των Σπαρτιατών και να βοηθήσει τους ντόπιους που παρέμεναν πιστοί σύμμαχοι του.


Κύπριοι ακολούθησαν τον Αλέξανδρο στην εκστρατεία του στα βάθη της Ασίας και μάλιστα ο Στασάνωρ από τους Σόλους, ήταν ένας από τους εταίρους του. Ο Στασάνωρ κρίθηκε άξιος από τον Αλέξανδρο να αναλάβει τη διοίκηση σατραπείας, όπως μας πληροφορεί ο Στράβων και ο Αρριανός «έστειλε ακόμη, τον εταίρο Στασάνορα στους Αρείους, για να συλλάβει το σατράπη τους, τον Αρσάκη, που τον υποψιαζόταν για προδοσία, και όρισε τον ίδιο σατράπη στη θέση του» (Αρρ., Αλεξ. Ανάβασις, 3,29).


Ο αριθμός των Κυπρίων που έλαβαν μέρος στην εκστρατεία είναι ανεξακρίβωτος, όμως πρέπει να ήταν αξιόλογος, όπως φαίνεται από τις αναφορές του Αρριανού. «Όταν λοιπόν προετοιμάστηκε ο στόλος του Αλέξανδρου στις όχθες του Υδάσπη, ο βασιλιάς συγκέντρωσε τους Φοίνικες, τους Κύπριους και τους Αιγυπτίους, που ακολούθησαν την εκστρατεία και επάνδρωσε με αυτούς τα καράβια. Ξεχώρισε για τις υπηρεσίες και για την κωπηλασία τους έμπειρους θαλασσινούς…. Κύπριοι ήταν: Ο Νικοκλής του Πασικράτη από τους Σόλους και ο Νιθάφωνας του Πνυταγόρα από τη Σαλαμίνα». (Αρρ., Αλεξ.Ανάβασις, Ινδική, 18) Στα χρόνια του Μ. Αλεξάνδρου καταργήθηκε η κοπή κυπριακών νομισμάτων και το τοπικό σύστημα σταδιακά αντικαθίσταται από το μακεδονικό. Τα νομισματοκοπεία της Σαλαμίνας και του Κιτίου άρχισαν να κόβουν νομίσματα του νέου τύπου από το 332 π.Χ., της Πάφου το 330 π.Χ. και της Αμαθούντας το 328 π.Χ.